Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Ο Αθηνών Χρύσανθος και τα «όχι» στον Γερμανό κατακτητή

Ο Αθηνών Χρύσανθος και τα «όχι» στον Γερμανό κατακτητή
Ο Αθηνών Χρύσανθος και τα «όχι» στον Γερμανό κατακτητή

του Αντώνη Τριανταφύλλου

Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και εβδομήντα τέσσαρα από την έναρξη της τριπλής γερμανο-ιταλο-βουλγαρικής κατοχής η ταραγμένη, αλλά ένδοξη εκείνη περίοδος της νεότερης ελληνικής ιστορίας συνοψίζεται συμβατικά στο «ΟΧΙ», με την οποία είναι γνωστή η εθνική εορτή και αργία της 28ης Οκτωβρίου.

Με τη γαλλική φράση**/“Alors, c'est la guerre”/, που αποδίδεται στην ελληνική γλώσσα ως/«Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος!»/ που εξέφρασε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ιωάννης Μεταξάς στη διπλωματική γλώσσα της εποχής εκείνης, δήλωσε την αρνητική του στάση στο ιταλικό τελεσίγραφο που του επέδωσε ο τότε Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμμανουέλε Γκράτσι, τις πρώτες πρωινές ώρες στις 28ης Οκτωβρίου του 1940, κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Την άρνηση του Ι.Μεταξά στις ιταλικές επιβουλές ακολούθησαν λίγους μήνες αργότερα, τρια νέα «όχι» σε αντίστοιχες απαιτήσεις των Γερμανών κατακτητών από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο.

Υψηλό εκκλησιαστικό ανάστημα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, γεννήθηκε με το όνομα Χαρίλαος Φιλιππίδης στη Γρατινή της Ροδόπης το 1881. Διετέλεσε Μητροπολίτης Τραπεζούντας την περίοδο από το 1913 και τυπικά έως το 1938. Στον Πόντο ανέπτυξε ισχυρή εθνική δράση, τόσο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όσο και στη συνέχεια στη διάρκεια της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία ενισχύοντας και προασπίζοντας το φρόνημα και τις θέσεις των ελληνικών πληθυσμών.

Το 1921 ο Δημήτριος Γούναρης κάλεσε τον Χρύσανθο να μετάσχει της ελληνικής αποστολής στο Λονδίνο. Κατά τον χρόνο της παραμονής του Χρύσανθου στο Λονδίνο στη Τουρκία ειδικό «Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας» καταδικάζει ερήμην τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας εις θάνατο. Αυτό είχε ως συνέπεια την εσπευσμένη επιστροφή του Χρύσανθου στην έδρα του και στη συνέχεια προκειμένου ν΄ αποφύγει τη σύλληψή του από τις κεμαλικές δυνάμεις που είχαν ήδη εγκατασταθεί στη μητροπολιτική περιφέρειά του κατέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά όμως και από το άδοξο τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας, το 1922, που οδήγησε στην εκρίζωση από τις πατρογονικές εστίες χιλιετιών τον μικρασιατικό και ποντιακό ελληνισμό, ο Χρύσανθος κατέφυγε στην Αθήνα.

Ο «από Τραπεζούντος» Μητροπολίτης πλέον παραμένει μακριά από τα τεκταινόμενα, ως απλός θεατής των γεγονότων χωρίς να λαμβάνει καμία θέση σ΄ αυτά. Το 1926 διορίζεται από την τότε κυβέρνηση ως «αποκρισάριος» του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Αθήνα, θέση που θα διατηρήσει μέχρι το 1938.

Τη χρονιά εκείνη, μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, (22 Οκτωβρίου 1938) ο Χρύσανθος εκλέχθηκε να διεκδικεί στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος τη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, έχοντας ως αντίπαλο τον Μητροπολίτη Κορίνθου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ιεράρχη με έντονη επίσης κοινωνική δραστηριότητα.

Μετά από έντονες πολιτικές διεργασίες Αρχιεπίσκοπος Αθηνών διορίζεται από «αριστίνδην» Σύνοδο ο «από Τραπεζούντος» Χρύσανθος. Με την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ανέπτυξε έντονη εθνική δράση, εμψυχώνοντας τον λαό και τον Στρατό της χώρας.

Στις 6 Απριλίου του 1941 η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Η τύχη της χώρα είναι προδιαγεγραμμένη αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τους στρατούς της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας.

Με τη λήξη της μάχης των οχυρών της γραμμής «Μεταξά» την κατάρρευση του πολεμικού μετώπου και τη συνθηκολόγηση του ελληνικού Στρατού της Ηπείρου, οι Γερμανοί, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, κατευθύνονται ταχύτατα προς την Αθήνα. Η είσοδος τους αναμενόταν για τις 27 Απριλίου, ήδη όμως από τις 24 Απριλίου είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για την υποδοχή τους.

Ο ίδιος ο Χρύσανθος σημειώνει στο ημερολόγιο του εκείνη την ημέρα: /«Έρχονται εις επίσκεψίν μου ο Νομάρχης Αττικοβοιωτίας κ. Πεζόπουλος και ο Δήμαρχος κ. Πλυτάς κατ' εντολήν του Υφυπουργού Ασφαλείας κ. Μανιαδάκη δια να μοι ειπούν ότι μετά των ανωτέρω δύο και του Φρουράρχου Αθηνών Στρατηγού Καβράκου θα παραδώσωμεν την πόλιν εις τους Γερμανούς. Απήντησα ότι εις το έργον τούτο ουδεμίαν θέσιν έχει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών... έργον του Αρχιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη αλλά να ελευθερώνη»/.

Ήταν το πρώτο «όχι» προς τον επερχόμενο κατακτητή και δυνάστη.

Ακολούθησε το δεύτερο στις 27 Απριλίου. Μετά την τυπική παράδοση της Αθήνας η χιτλερική σημαία υψώνεται στην Ακρόπολη. /«Είμαι περίλυπος μέχρι θανάτου» /γράφει ο Αθηνών Χρύσανθος στο ημερολόγιο του αντικρίζοντας από το παράθυρο της Αρχιεπισκοπής τον αγκυλωτό σταυρό να κυματίζει στον Ιερό Βράχο.

Ακολουθεί η άρνηση στο αίτημα των Γερμανών να τελεστεί δοξολογία στη Μητρόπολη για την άφιξή τους στην Αθήνα.

Η τρίτη μεγάλη πρόκληση για τον Χρύσανθο και η αντίστοιχη άρνηση προς τα αιτήματα των Γερμανών ήρθε στις 29 Απριλίου, όταν προσκλήθηκε από τον Πλάτωνα Χατζημιχάλη να ορκίσει την διορισμένη από τους Γερμανούς Κυβέρνηση Τσολάκογλου.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνείται κατηγορηματικά, ενώ οι πιέσεις συνεχίζονται προκειμένου να προσέλθει και να ορκίσει την κυβέρνηση.

/«Η Εθνική Κυβέρνησις, την οποίαν όρκισα, εξακολουθεί να υφίσταται και να συνεχίζη τον πόλεμον. Άλλην Κυβέρνησιν δεν δύναμαι να ορκίσω, ...εις τοιαύτας υπόπτους και αντεθνικάς ενεργείας δεν είναι δυνα­τόν να δώση η Εκκλησία τον όρκον και την ευλογίαν της. Η Εκκλησία πρέπει να μένη μακράν από τοιαύτα πράγματα»/ ήταν το τελεσίγραφό του προς κάθε κατεύθυνση.

Στις 17 Ιουνίου του 1941, η Κυβέρνηση Τσολάκογλου δημοσίευσε Νομοθετικό Διάταγμα για τη σύγκληση Μείζονος Συνόδου που αποφάσισε για το κύρος της αρχιεπισκοπικής εκλογής του Χρύσανθου. Η Σύνοδος θεωρούσε, με απόφασή της, ως μη γενόμενη την εκλογή του Χρύσανθου και ανύπαρκτη την αρχιεπισκοπική του θητεία, ενώ χαρακτηριζόταν «μιχεπιβάτης» του θρόνου, δηλαδή παράνομα εβρισκόμενος στην ηγεσία της Ελλάδικής Εκκλησίας.

Στο Θρόνο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ανέρχεται ο Κορίνθου Δαμασκηνός Παπανδρέου, αντίπαλος του Χρύσανθου στις αρχιεπισκοπικές εκλογές του 1938. Ο Χρύσανθος σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής τήρησε την ίδια εχθρική στάση απέναντι σε όλες τις δοσιλογικές κυβερνήσεις, ακόμα και όταν του δόθηκε από την Κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη η δυνατότητα να επανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, κάτι που απέρριψε.

Μεταπελευθερωτικά οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν προέβησαν στην ακύρωση των διαταγμάτων της Κυβέρνησης Τσολάκογλου με τα οποία είχε παυθεί ο Χρύσανθος.

Νομικά ήταν δυνατή η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την ακύρωση της απόφασης της «μείζονος Συνόδου» του 1941 και την επαναφορά του Χρυσάνθου στο θρόνο των Αθηνών, ωστόσο ζητήθηκε διακριτικά από την πολιτική ηγεσία προς τον Ιεράρχη να μη διεκδικήσει επάνοδό του στον θρόνο. Τελικά, ο Χρύσανθος υπέβαλλε τυπικά και την παραίτησή του.

Το Μάιο του 1949 ο Δαμασκηνός αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο διάδοχός του στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο Σπυρίδων Βλάχος, αναγνώρισε τον Χρύσανθο κατ΄άκραν εκκλησιαστικήν οικονομίαν, ως τέως Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, κυρίως για να τον ενισχύσει οικονομικά και να λαμβάνει την ανάλογη σύνταξη. Ο Χρύσανθος Φιλιππίδης, ο «από Τραπεζούντος» Αρχιεπίσκοπος πρώην Αθηνών εκοιμήθη στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου του 1949.

Πηγή: Amen