Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Το έθιμο του Κουκαρά υπήρχε σε πολλές περιοχές του Πόντου, όπως και στο Καρς του Καυκάσου

Το έθιμο του Κουκαρά υπήρχε σε πολλές περιοχές του Πόντου, όπως και στο Καρς του Καυκάσου
Το έθιμο του Κουκαρά υπήρχε σε πολλές περιοχές του Πόντου, όπως και στο Καρς του Καυκάσου

Επιμέλεια: Παυλίδης Γ. Κωνσταντίνος

Η περιοχή του Καρς βρίσκεται στα ρωσοτουρκικά σύνορα και τη διεκδικούσαν συχνά και τα δύο κράτη. Το 1878, κατά τον τελευταίο ρωσοτουρκικό πόλεμο, το Καρς καταλήφθηκε από τους Ρώσους και παρέμεινε κάτω από την κυριαρχία τους ως το 1918. Τα σαράντα αυτά χρόνια, με προτροπή των ρωσικών αρχών, υπήρξε αθρόα μετανάστευση των Ποντίων στο Καρς, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί έντονα η ως τότε μικρή ελληνική κοινότητα. Ο ελληνικός πληθυσμός στο κυβερνείο του Καρς έφτασε στις αρχές του 1900 τα 60.000 άτομα. Οι ελληνικές κοινότητες του Κυβερνείου Καρς ήταν από τις πλέον οργανωμένες, με εκκλησίες, δημοτικά σχολεία, αστικές σχολές, παρθεναγωγεία και άλλα ιδρύματα.

Στην περιοχή του Καρς – Αρδαχάν οι Έλληνες διακρίνονταν για την πίστη και ευλάβεια τους προς τον Θεό, περιμένοντας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις γιορτές. Το τριήμερο του Πάσχα οι καμπάνες σήμαιναν με τον ρυθμό "τον Αδάμ, τον Αδάμ, τον Αμήν, Αμήν Αδάμ". Για να γιορτάσουν μάλιστα το Πάσχα με καθαρή την καρδιά τους, δεν μαντζίριζαν (δεν κατέλυαν τη νηστεία,) νηστευαν όλη τη Σαρακοστή και μάλιστα πολύ αυστηρά. Χαρακτηριστικά λέγανε: Ντό έχ΄ και θα μαντζιρίζ΄. Ο γουρζουλάς εσέβεν ατόν!(τι έχεις και θα καταλύσει τη νηστεία, η πανούκλα (προσωποποιημένη) του μπήκε.)

Όπως και σε άλλες περιοχές του Πόντου έτσι και στην Περιφέρεια του Καρς οι Έλληνες μάθαιναν τα παιδιά από μικρή ηλικία να κρατάνε την νηστεία, εκτός από εκείνα που ακόμα θήλαζαν, που θεωρούνταν αναπόσπαστο μέρος των θρησκευτικών δογμάτων. Η νηστεία άρχιζε με το κρέμασμα από την στέγη, από την μάνα ή την γριά καλομάνα, της κουκάρας ή κουκαρά. Τον κουκαρά κατασκεύαζαν κρυφά από τα παιδιά. Ήταν ένα μεγάλο κρομμύδι ή τρανόν καρτόφ΄(πατάτα) στου οποίου τα πλευρά, στην μεγάλη διάμετρο της μέσης του, γύρω – γύρω κάρφωναν με ίσια διαστήματα μεταξύ τους εφτά φτερά κοσάρας - κότας (εφτά δηλαδή όσες οι εβδομάδες της Μ. Σαρακοστής). Χωρίς να το δουν τα μικρά παιδιά το έδεναν και το κρεμούσαν από το ταβάνι.

Το κρέμασμα γινόταν από πολύ νωρίς την Καθαρά Δευτέρα ή πολύ αργά την Κυριακή της Αποκριάς όταν τα παιδιά θα κοιμόντουσαν. Όταν ξημέρωνε και τα παιδιά ξυπνούσαν (την Καθαρά Δευτέρα) φοβισμένα αλλά και με μεγάλη περιέργεια, πήγαιναν στην τραπεζαρία να δούν τον κουκαρά. Κάθε φορά τον περιεργαζόντουσαν και όταν φυσούσε λίγο ο αέρας και το σκιάχτρο κουνιόταν φώναζαν: Μώρασια, ο κουκαράς έγκεν ψήν! (παιδιά ο κουκαράς έφερε ψυχή – ζωντάνεψε) και όταν βρισκόντουσαν τα παιδιά μεταξύ τους στην γειτονιά ρωτούσε τ΄ένα παιδάκι τ΄άλλο: ο κουκαράς σε σέτερα πα έρθεν; (ο κουκαράς ήρθε και σε σας;).

Έτσι λοιπόν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι, η μητέρα ή η καλομάνα με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Το φτερωτό τούτο σκιάχτρο, που έπαιρνε φανταστικές διαστάσεις στα μάτια των παιδιών, τα έκανε να υποχωρούν και να σταματούν τις γκρίνιες και τα κλάματα, γιατί η μάνα ή η καλομάνα κουνώντας με το χέρι της τον κουκαρά έλεγε με αυστηρό και πειστικό τρόπο: «Μη!... Θα τρώει σε ο κουκαράς! Θα τρώει σε ο πότσαλον»!

Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας. Όταν τα παιδιά ρωτούσαν που είναι το φτερό που έλειπε, τότε τους απαντούσαν: επέθανεν είνας καλογρίτσα κ΄έρθεν επήρεν ατ!! ( πέθανε μια καλογριούλα κ΄ήρθε και το πήρε). Όταν εφτανε η στιγμή που θα έβγαινε και το τελευταίο φτερό έβγαζαν κρυφά το γυμνό κρεμμύδι ή την πατάτα και έλεγαν: ο κουκαράς έφυγεν και α έρται του χρόνου (ο κουκαράς έφυγε και θα έρθει του χρόνου).

Εκτός από το φοβέρισμα των μικρών παιδιών για την τήρηση της νηστείας, ο κουκαράς χρησίμευε και για να μετρούν εύκολα τις εβδομάδες της Σαρακοστής οι οποίες περνούσαν αρκετά δύσκολα!!

“Ρίζα μ΄, ωρία παίρετεν τυρίν για βούτερον και τρώτεν,
άμαν θα χολιάσκεται και θα σείεται ο κουκαράς!”

Η Λαμπρή ήταν η πιο μεγάλη γιορτή. Όταν έπαιρναν τ΄ Αεν – Φως από την εκκλησία, φώτιζαν όλα τα χωρίσματα του σπιτιού τους. Τα Λαμπροήμερα σοβαρή ασχολία τους ήταν το τσούγκρισμα των αβγών. Χρησιμοποιούσαν και αυγά ταϊγάνας και κασκάρς και έλεγαν: “Κάθκα ας κρούω...- Έπαρ΄το και κάθκα. Ας σο μυτίν, ας σον κώλον” Κάθκα = κάτσε κάτω κρούω = χτυπάω έπαρ΄το = πάρ΄το

Πηγές:
1. Ποντιακή Λαογραφία, Οι 4 εποχές και οι μήνες τους - Αρχείο του Πόντου, Παράρτημα 19, Ελσας Γαλανίδου
- Μπαλφούσια
2. Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Γ. Γρηγοριάδης
3. Ο Ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής, Αργοναύται – Κομνηνοί , Χ. Δημάρχου & Ν. Καπνά
4. Ποντιακά Φύλλα, Τεύχος 26, Απρίλιος 1938, Η νηστεία, Ξένος Ξενίτας
5. http://santeos.blogspot.gr/
6. http://mavropouloskostas.wordpress.com