Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Προσέγγιση του Ποντιακού χορού

Πόντιοι με την επιχώρια ενδυμασία και πλήρη εξοπλισμό. Στο βάθος διακρίνεται η ιερά μονή του Αγίου Ιωάννου
Πόντιοι με την επιχώρια ενδυμασία και πλήρη εξοπλισμό. Στο βάθος διακρίνεται η ιερά μονή του Αγίου Ιωάννου


Ένα ζήτημα που πυροδοτεί αρκετές συζητήσεις, είναι κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για «αυθεντικότητα των λαογραφικών φαινομένων» όταν ή ίδια η αναβίωσή τους πραγματοποιείται σε μια κοινωνία που δεν έχει σχέση με την κοινωνία που τα δημιούργησε. Τα φαινόμενα που παραμένουν ζωντανά έχουν την τάση να μεταλλάσσονται μέσα στο χρόνο. Στην περίπτωση του λαϊκού πολιτισμού των ποντίων προστίθεται ένας ακόμα παράγοντας, το ζήτημα του γεωγραφικού χώρου που δεν είναι κοινωνικά παρών. Άραγε η ποντιακή παράδοση διατηρεί τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της και αναβιώνεται με το σωστό τρόπο; 

Την άνοιξη του 2016 είχα την τύχη να παραβρεθώ σε μία επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσε το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, στο ίδρυμα «Φοίβου Ανωγιαννάκη» με θέμα: «Τέχνες και Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού». 

Δύο αγαπημένες φίλες, η Βασιλική Τυροβολά, καθηγήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Μαρία Κουτσούμπα, αναπληρώτρια στο ίδιο Πανεπιστήμιο και ένας νέος επιστήμονας ο Ιωάννης Μάνος, Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας με προβλημάτισαν με τις εισηγήσεις τους.

Αναρωτήθηκα, έχουμε επάρκεια γνώσεων ώστε να υπηρετήσουμε σωστά την παράδοσή μας; Έχουν δίκαιο όσοι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση για το θετικό ρόλο του χορού στη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας ενός λαού;

Στο κείμενο αυτό προσαρμόζω μερικές από  τις ανησυχίες των εισηγητών στα ποντιακά δρώμενα, εφόσον το πρόβλημα είναι ίδιο σε όλες τις μορφές του παραδοσιακού χορού, με έμφαση στην εισήγηση του κ. Ιωάννη Μάνου.

Κατ’ αρχήν, ο χορός δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα απλό μέσον διασκέδασης γιατί μαζί με την ιστορία είναι οι δύο συνιστώσες που θα σηματοδοτούν την ύπαρξη των ποντίων στο διηνεκές. 

Η γνώση πάνω στην παράδοση πρέπει να είναι σαφής, απαλλαγμένη από προκαταλήψεις, επηρεασμούς, προσωπικές αισθητικές και συναισθηματικές ερμηνείες (σοβινιστικές τάσεις). 

Πολλές φορές παρατηρούμε το φαινόμενο, διάφοροι, με αληθοφανείς ερμηνείες, να δικαιολογούν παρεμβάσεις και διαστρεβλώσεις της παράδοσης χωρίς να λαμβάνουν υπόψη αυτούς που έχουν διαφορετική γνώμη και που συνήθως είναι και οι γνώστες του αντικειμένου. Η παράδοση είναι δεδομένη και δεν ερμηνεύεται κατά το δοκούν και με την αισθητική του καθενός. 

• Η γεωγραφική θέση, η πληθυσμιακή σύνθεση, η ενδυμασία, η απόδοση της χορευτικής κίνησης, οι μελωδίες, τα μουσικά όργανα, οι οργανοπαίχτες αποτελούσαν στοιχεία που στον Πόντο διαφοροποιούνταν από περιοχή σε περιοχή και κατά συνέπεια άλλαζαν και το ύφος των χορών.

Στο παρελθόν, σε γειτονικούς λαούς, εκεί στον ιστορικό Πόντο, οι χοροί και οι μουσικές είχαν συνήθως κοινό σημείο εκκίνησης, αλλά διαφορετική εξέλιξη ανάλογα με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον και τις επιρροές που δέχθηκαν.

Η φυσιολογική αναπαραγωγή των πολιτισμικών προτύπων που αποφασίζει και επιλέγει ελεύθερα ένας λαός, διαταράχθηκε ήδη με την εγκατάλειψη των πατρογονικών εδαφών με τη συνθήκη της Λωζάνης το 1923.

Σίγουρα χρειάζεται μελέτη  του παραδοσιακού ποντιακού χορού για μία σειρά από παγιωμένες και προβληματικές παραδοχές, οι οποίες αμφισβητούνται τόσο από την ιστορική όσο και την εθνογραφική έρευνα.

Εάν θέλουμε να υπηρετήσουμε σωστά την χορευτική παράδοση, θα πρέπει να μελετήσουμε τις υπάρχουσες καταγραφές της πρώτης και δεύτερης γενιάς για να διαπιστώσουμε σε ποιο βαθμό αποδίδουμε σωστά τους χορούς και αν όχι, ποιοι παράγοντες και μέσα από ποιες διεργασίες τους διαμόρφωσαν.  

• Στον Πόντο ζούσαν διάφοροι λαοί: Έλληνες, Αρμένιοι, Ασσύριοι, Γεωργιανοί, Εβραίοι, Κούρδοι, Λαζοί, Τούρκοι κ.λπ. ο καθένας με τις γλωσσικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές του ιδιαιτερότητες συνέβαλε στη δημιουργία του Μικρασιατικού πολιτιστικού ψηφιδωτού. Είναι γεγονός πως οι αλληλεπιδράσεις που δέχτηκαν οι χοροί είχαν ως αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου να δημιουργηθούν νέες μορφές χορού. Πολλά είναι τα κοινά σημεία στις κινήσεις, στις ονομασίες και στις μελωδίες των χορών της περιοχής με αυτά των άλλων λαών που ζούσαν εκεί.

Πόντιοι αντάρτες με φέσι
Πόντιοι αντάρτες με φέσι

Η οθωμανική διοίκηση τους  διαχώριζε με βάση τη θρησκεία. Οι ίδιοι, όμως, διαφοροποιούνταν μεταξύ τους με βάση τη γλώσσα, τη θρησκεία τα ήθη και τα έθιμα. Η αλληλεπίδραση όμως, ήταν μία αυτονόητη και καθημερινή πραγματικότητα.

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών και τον ερχομό των Ελλήνων του Πόντου το  1922 – ’23, στην Ελλάδα, μεταβάλλεται και η πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών εγκατάστασης τους και σε κάποιες περιπτώσεις επηρεάζει και το χορό.

Η έρευνα δείχνει ότι η οργανωμένη εκμάθηση και κινητική διαπαιδαγώγηση επιφέρει ρήξεις, ασυνέχειες και χάσματα.

Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει με τους ποιο γνωστούς ποντιακούς χορούς: Σέρα, Διπάτ’, και Τίκ’ και τις ονομασίες με τις οποίες τους συναντούσαμε στις διάφορες περιοχές του Πόντου και οι οποίες οι περισσότερες πλέον δεν χρησιμοποιούνται στον ελλαδικό χώρο.  

1. Ο Σέρα χορόν, ή Αρδασινόν (o), ή Κόστερες, ή Λάζικον, ή Οφίτικον, ή Σάρα, ή Τιναχτόν, ή Τιτ(ι)ρεμέ, ή Τογιαλίδικον, ή Τρομαχτόν, ή Φυσερέτ΄κον, ή Πυρρίχιος.

2. Διπάτ’(ιν), ή Γιαβάσκον ή Γιαβαστόν, ή Διπλόν, ή Διπλόν Ομάλ’, ή Κοδεσπαινιακόν, ή Μάλε-μάλε, ή Μονόν Ομάλ’, ή Ομάλ’, ή Ομάλια-ομάλια, ή Ομάλ’ Τραπεζούντας.

3. Τίκ’. Η ονομασία αυτή είναι παραφθορά της τουρκικής λέξης Dik που σημαίνει όρθιο, κατακόρυφο.  

Το όνομα αυτό επεκράτησε σε όλα τα είδη και τους ρυθμούς του χορού αυτού στην Ελλάδα και με την προσθήκη των τοπωνυμίων μπορούμε να προσδιορίσουμε τη χορευτική μορφή και τη μουσική που είχε στην κάθε περιοχή. Στον Πόντο το συναντούσαμε και με τις ελληνικές του ονομασίες: Αφκακιάν’, Ίσον (το), Μονός, Τ’ απάν’ και κά’, Τ’ από κάθεν κιάν’, Λαγγευτόν, Τρομαχτόν, Χοροντικόν, Χυτόν.

Σήμερα, με την απόκτηση της γνώσης των διαφόρων μορφών του χορού κατά περιοχή χρησιμοποιούνται οι κάτωθι ονομασίες:
Τίκ’ (αργόν), Τίκ’ (διπλόν), Τίκ’ (Ίμερας-Σαμψούντα), Τίκ’ ’ς σο γόνατον, Λαγγευτόν (Τίκ’), Τίκ’ (μονόν), Τίκι(ν), Τίκ’ περπατευτόν, Τίκ’ (Τόν(γ)ιας), ή Κοκκινόγλη, ή Μοσκώφ, Τίκ’ (Τρομαχτόν).

Όπως διαπιστώνουμε, προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα: 
α). Ήταν πανομοιότυπος ο χορευτικός κώδικας σε όλο τον Πόντο;
Στην κάθε περιοχή είχε αναπτυχθεί ένα συγκεκριμένο χορευτικό ύφος, απόρροια των επηρεασμών που δέχθηκαν οι κάτοικοι από το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον.  
  
β). Για ποια παράδοση μιλάμε; Ποιας εποχής;
Σε πολλές περιοχές του Πόντου η παράδοση είχε μια συνεχόμενη παρουσία χωρίς έξωθεν επεμβάσεις. Το αντίθετο ακριβώς συνέβη στις περιοχές που υπήρξαν μετακινήσεις πληθυσμών ειδικά μετά το 1800 οπότε έχουμε και καινούργιες μορφές χορών. 

γ). Πρέπει να διδάσκεται το χορευτικό ύφος της κάθε περιοχής;
Αυτό που δίνει ταυτότητα στην παράδοση μιας περιοχής είναι ο χορευτικός της κώδικας, το ύφος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο χορός Έμπρ’ Οπίσ’ ο οποίος χορεύεται με διαφορετικές μορφές και ενώ ουσιαστικά είναι ο ίδιος χορός, από τον τρόπο που χορεύεται καταλαβαίνουμε και την περιοχή καταγωγής του χορευτή.

δ). Είναι ποντιακοί οι δάνειοι χοροί;

Μετά το 1800 με την εξάντληση των μεταλλείων, έχουμε μια μετακίνηση πληθυσμού μεταλλωρύχων από την Αργυρούπολη προς το Δυτικό Πόντο στις περιοχές του Κιουμούς Ματέν το 1800, προς το Ν.Δ. Πόντο, Ακ Νταγ Ματέν το 1832 κοντά στην Άγκυρα, στο Μπουγά Ματέν (Μεταλλείο Ταύρου), στο Ικόνιο και σε άλλες περιοχές εκτός Πόντου και προς Ανατολάς όπου υπήρχαν μεταλλεία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στους καινούργιους χώρους εγκατάστασης να έχουμε τη διαφοροποίηση των παλαιών χορών, δημιουργία νέων και τη διαφοροποίηση των μουσικών οργάνων (κεμανές και μετέπειτα το βιολί, ούτι, κλαρίνο κ.λπ), τα οποία δημιούργησαν τη νέα δομή της ποντιακής μουσικής, η οποία επηρέασε και το χορό.

Επίσης συναντάμε το ρυθμό 6/8 που δεν υπάρχει σε κανέναν από τους χορούς του ιστορικού Πόντου και μας έρχεται από το Καρς και τους Αρμένιους που ζούσαν μέσα στον Πόντο. Τους έφερε στην Ελλάδα η πρώτη γενιά. 

ε). Είναι επαρκώς χαρτογραφημένος ο Πόντος χορευτικά; 
Ασφαλώς και όχι. Ακόμα και σήμερα δε γνωρίζουμε ποιους χορούς χόρευαν στις περιοχές: Κερασούντα, Σαμψούντα, Κοτύωρα, Ατά Παζάρ, Σεβάστεια κλπ, ενώ είναι γνωστοί οι χοροί της Νικόπολης, των μεταλλωρύχων του Δυτικού Πόντου, της Πάφρας κλπ (παρά τον πόλεμο και την απόρριψη από κάποιους «ειδικούς») 

στ). Τι χρειαζόμαστε σήμερα για να χορέψουμε;
Έναν καλό οργανοπαίχτη, καλό τραγουδιστή, καλή μικροφωνική, κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο και ένα αρμόνιο. Τίποτα από αυτά δεν ίσχυε στον Πόντο.

ζ). Διδάσκεται σωστά με την παραδοσιακή του μορφή ο ποντιακός χορός;
Η έρευνα δείχνει ότι η οργανωμένη εκμάθηση και κινητική διαπαιδαγώγηση επιφέρει ρήξεις, ασυνέχειες και χάσματα.

η). Έχουν σήμερα την ίδια παραδοσιακή μορφή;

Στον Πόντο κυριαρχούσε η μορφή του κλειστού κύκλου. Ό,τι πιο δημοκρατικό έχει να παρουσιάσει ο παραδοσιακός λαϊκός χορός. Όλοι ισαπέχουν από όλους και όλοι βλέπουν όλους. Σήμερα δέκα πόντιοι, έντεκα πρωτοχορευτές. 

θ). Η μορφή των χορών των  10ετιών 1960-’90

Οι ποντιακοί χοροί χάρη στο δυναμισμό τους γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό και από τους υπόλοιπους Έλληνες. Δεν είναι τυχαίο που από τις δεκαετίες ’50 – ’60 αυξάνεται κατακόρυφα ο αριθμός των πολιτιστικών συλλόγων. Είναι η περίοδος που ανθούν οι φολκλοριστικές αναβιώσεις. Οι χοροί αποκτούν μεγαλύτερη ταχύτητα, εισάγονται «φιγούρες» και «καλλιτεχνικές χορογραφίες», ενώ επικρατούν οι γρήγοροι και εντυπωσιακοί χοροί. Πολλοί χοροί αποκτούν παμποντιακό χαρακτήρα ενώ ο χορός Σέρα γίνεται το απόλυτο σύμβολο του ποντιακού ελληνισμού. Οι γρήγοροι και τρομαχτοί χοροί θα περάσουν για πολλά χρόνια στην κορυφή της ποντιακής χορευτικής παράδοσης.

Ήταν πολύ δύσκολο, στις δεκαετίες 1960, ’70, ’80 ακόμα και ’90 να καταλάβει κανείς τη χορευτική διαφορά της μιας περιοχής από μια άλλη. Οι χοροί είχαν αποκτήσει μια ενιαία μορφή και είχαν χάσει το τοπικό τους ύφος. Δυστυχώς όμως, ακόμα και σήμερα, κρατούν την υπερβολική ταχύτητα που έχουν αποκτήσει, η οποία δεν έχει σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο ακόμα και μουσικά. Ξεκινάει ο λυράρης ένα σκοπό και για αρκετό διάστημα δεν μπορείς να καταλάβεις ποιο χορό θα παίξει, ειδικά όταν πρόκειται για τους χορούς Σερανίτσα ή Λετσίνα.

Ξεκινάει με κάτι ενδιάμεσο των σκοπών και σου δίνει την εντύπωση πως ούτε και ο ίδιος έχει αποφασίσει για το τι θα παίξει. Στη σημερινή τους μορφή ορισμένοι χοροί είναι «απαγορευμένο είδος» για τις μεσαίες και μεγάλες ηλικίες. Είναι αδύνατον για έναν άνθρωπο κάποιας ηλικίας να αντέξει αυτόν το ρυθμό. Εδώ τεράστια είναι η ευθύνη και των μουσικών, οι οποίοι καθισμένοι με άνεση στο κάθισμά τους έχουν την ευχέρεια να παίζουν όσο γρήγορα θέλουν. Εάν όμως έπρεπε να λειτουργήσουν παραδοσιακά, όπου θα ήταν αναγκασμένοι να κινούνται (χορεύοντας και παίζοντας) ταυτόχρονα με τους χορευτές, είναι σίγουρο πως δε θα μπορούσαν να παίξουν με αυτήν την ταχύτητα, ούτε με αυτή τη δεξιοτεχνία.

Πολλοί χοροδιδάσκαλοι που προσλαμβάνονται από τους συλλόγους δε δείχνουν, από άγνοια ή από ανευθυνότητα, κανένα σεβασμό στον παραδοσιακό χορό. Δεν καταλαβαίνουν τη ζημιά που κάνουν στην ποντιακή παράδοση. Η μεγαλύτερη αλλοίωση στους χορούς παρατηρείται στους συλλόγους, οι οποίοι χρησιμοποιούν χοροδιδασκάλους από τα φυτώρια των χορευτικών τους οι οποίοι αντίστοιχα έχουν μάθει χορό από τον προηγούμενο χοροδιδάσκαλο που και αυτός προερχόταν από το ίδιο φυτώριο και πάει λέγοντας. Στα χορευτικά αυτά συγκροτήματα σε βάθος χρόνου η μορφή του χορού με τον τρόπο αυτό τυποποιείται και φτάνουμε στο σημείο ο χορός τους να εκφράζει μόνο το συγκεκριμένο χορευτικό συγκρότημα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να συνηθίζουν σε μία νοοτροπία δημιουργίας «εντυπωσιακών χορών» χωρίς να κατανοούν (ιδικά στα αστικά κέντρα) ότι, για το νέο σε ηλικία χορευτή, παραδοσιακό είναι ό,τι του δείχνει ο χοροδιδάσκαλος και ότι αυτή η επέμβαση δημιουργεί σύγχυση, διότι η νέα μορφή του χορού δεν αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη περιοχή του Πόντου, αλλά ένα συγκεκριμένο σύλλογο. Ο κάθε χορευτής που νομίζει ότι έμαθε τους χορούς γίνεται χοροδιδάσκαλος αλλά και «χορογράφος» συγχρόνως, αλλοιώνοντας «ελαφρά τη καρδία» και ισοπεδώνοντας μια παράδοση που διατηρήθηκε αιώνες και αιώνες σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον εκεί στο μακρινό Πόντο. Βλέπουμε νέα στοιχεία (χορογραφίες) να εισχωρούν στο χορό και μάλιστα σε πολλά χορευτικά οι άντρες με τις γυναίκες δεν συναντώνται ποτέ στον ίδιο χορό. Θα πρέπει η νέα γενιά να αντιμετωπίσει το χορό σαν ταυτότητα ενός λαού τα στοιχεία της οποίας δεν πρέπει να αλλοιώνονται για να υπάρχει ομαλή συνέχεια και όχι επιδερμικά σαν ένα μέσον διασκέδασης για στιγμιαία χρήση.

Βεβαίως, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι όλα αυτά δε γίνονται με κακή πρόθεση, αλλά από άγνοια και έλλειψη γνώσεων.

Ένας τρόπος προστασίας των χορευτικών συγκροτημάτων από τέτοιου είδους φαινόμενα - αυθαιρεσίες θα ήταν, ίσως, τα διοικητικά συμβούλια να προσλαμβάνουν χοροδιδασκάλους με επιστημονική κατάρτιση και να απαιτούν από αυτούς να προσδιορίσουν την περιοχή του Πόντου από την οποία προέρχεται ο κάθε χορός τον οποίο διδάσκουν, ώστε να μπορούν να ελέγξουν αν έχει το σωστό ύφος. Βεβαίως, αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχουν οι κατάλληλες γνώσεις στα Δ.Σ. ή ενδιαφέρον για μάθηση.

Ένας δεύτερος τρόπος είναι να αναλάβει ο οργανωμένος ποντιακός χώρος, συστήνοντας μια επιστημονική επιτροπή, να μελετήσει όλο το φάσμα της ποντιακής παράδοσης και να μεταλαμπαδεύσει τη γνώση αυτή στους χοροδιδασκάλους.

Διαπιστώνουμε λοιπόν πως οι χοροί σήμερα χάνουν την χορευτική ιδιαιτερότητα που είχαν στις διάφορες περιοχές του Πόντου, (καθώς και τις ονομασίες) και αποκτούν μια ενιαία μορφή και ονομασία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να χάνονται πολύτιμα λαογραφικά στοιχεία και να συρρικνώνετε η λαϊκή μας παράδοση.

Εάν λειτουργήσουμε με τη φιλοσοφία ότι η χορευτική μας παράδοση είναι αυτή που έφερε η πρώτη γενιά από τον Πόντο και την κρατήσουμε αυτούσια, τότε νομίζω πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εάν όμως προσπαθήσει ο καθένας να την ερμηνεύσει κατά το δοκούν και σύμφωνα με τη δική του αισθητική τότε είναι σίγουρο ότι θα έχουμε τεράστια προβλήματα και θα δημιουργήσουμε σύγχυση στις επόμενες γενιές, οι οποίες δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν την πρώτη γενιά, ώστε να έχουν σαφή εικόνα της παραδοσιακής μορφής των χορών. Πρέπει λοιπόν  να κατανοήσουμε ότι ποντιακοί θεωρούνται όλοι οι χοροί που χόρεψαν οι πρόγονοί μας σε όλες τις περιοχές του Πόντου, ανεξάρτητα σε ποια εθνότητα ανήκε η αρχική δημιουργία τους, αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν οι ανάλογες καταγραφές για το ποια εθνότητα δημιούργησε την αρχική μορφή του χορού και ο χορός προσαρμόζεται στα χορευτικά δεδομένα του κάθε λαού οπότε αλλάζει και ύφος. Άλλωστε, κανένας δεν μπορεί να επιβάλει σε κανέναν να χορέψει κάτι που δεν του αρέσει. Το ίδιο ισχύει και για το τραγούδι. Σου αρέσει κάτι μουσικά και χορευτικά; το τραγουδάς, το χορεύεις και το κάνεις δικό σου. Δε σου αρέσει; το προσπερνάς. Αυτός ο λαός  έφερε μαζί του ένα γνήσιο λαϊκό πολιτισμό και μια ιστορία τεράστιας αξίας. Αυτόν τον πολιτισμό, τον πιο γνήσιο λαϊκό, την έκφραση μέσω του χορού αλλά και του τραγουδιού, έχουμε το καθήκον να διασώσουμε και να διατηρήσουμε όσο το δυνατόν στην παραδοσιακή του μορφή.

Ένα καλό παράδειγμα είναι ο Πέτρος Πουταχίδης, κάτοικος Πτολεμαΐδας, εκπαιδευτικός (Τ.Ε.Φ.Α.Α.), ο οποίος παροτρύνοντας τους χοροδιδασκάλους έγραψε στο διαδίκτυο:
«Περιορίστε, μάλλον καταργήστε τα παραγγέλματα! Καμιά τέχνη δε λειτουργεί «κατ’ εντολήν», γιατί τάχα ο χορός; μη δεν είναι τέχνη ο χορός; Εξ’ άλλου, πόσο σωστό ή πόσο εφικτό είναι να «παραγγέλλει» κανείς αξιώνοντας την από κοινού και μάλιστα συντονισμένη «εξωτερίκευση» της ψυχικής κατάστασης των χορευτών! Μου θυμίζει τους Γυμναστές περασμένων εποχών, όπου στημένοι ή μάλλον κορδωμένοι από «εξέδρας» μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο, εκφωνούσαν παραγγέλματα προς μαθητές κατά τη διάρκεια γυμναστικών επιδείξεων!

Γίνετε λιγότερο «αυστηροί», καθώς επίσης λιγότερο «απαιτητικοί» σε θέματα «απόλυτης πειθαρχίας» και «απόλυτου συντονισμού», γιατί τέτοιου είδους απαιτήσεις τις συναντά κανείς σε διμοιρίες ασκήσεων ακριβείας νεοσύλλεκτων, συμπαθών κατά τα άλλα, φαντάρων ή σε άλλη περίπτωση σε ομάδες συντονισμένης κολύμβησης νεανίδων!

Σεβαστείτε την αυτοτέλεια του κάθε χορευτή και αναγνωρίστε του το δικαίωμα της ελεύθερης, άρα, και διαφορετικής έκφρασης! Με άλλα λόγια μην ισοπεδώνετε και μην καταργείτε, εν ονόματι οποιουδήποτε δήθεν «κέρδους», τη διαφορετικότητα στη συμπεριφορά και την ανάδειξη του προσωπικού στυλ, που τις περισσότερες φορές αναδύει το ξεχωριστό εκείνο άρωμα της λεπταίσθητης ιδιοσυγκρασίας του κάθε χορευτή!

Απαλλαγείτε από το σύνδρομο της ανάγκης να πετύχετε να χορεύει όλη η Ελλάδα κατά τον ίδιο τρόπο! Αν δυστυχώς το καταφέρετε, θα έχετε καταφέρει όντως, ένα βαρύ πλήγμα σε βάρος της πανέμορφης… γλώσσας του σώματος! Αυτό προφανώς δε σημαίνει πώς ο καθένας θα κάνει ότι θέλει…».

Στα περισσότερα ποντιακά χορευτικά συγκροτήματα, αντί να προσαρμόσει ο χορευτής το χορό στο σώμα του, σύμφωνα με τις χορευτικές του ικανότητες, του επιβάλει ο χοροδιδάσκαλος έναν συγκεκριμένο τρόπο «εκτέλεσης» του χορού πανομοιότυπο σε όλους τους χορευτές και φτάνουμε στο σημείο να βλέπουμε: διμοιρίες επιδείξεων, με στρατιωτική πειθαρχία σε ασκήσεις ακριβείας.

Αυτό το είδος χορού δυστυχώς έγινε περισσότερο αποδεκτό από την πλειοψηφία των Ποντίων και μη, γιατί το αντιμετώπισαν αποκλειστικά και μόνο σαν θέαμα. Βλέπετε αυτή η απόλυτη ομοιομορφία σε συνδυασμό με την υπερβολική ταχύτητα έκαναν το χορό κατά την άποψη των περισσοτέρων πιο θεαματικό.

Είναι η μορφή που όλοι οι χορευτές με απόλυτο συγχρονισμό, κουνούν  τα χέρια, τα πόδια και τα κεφάλια τους, αυτοματοποιώντας το χορό και αποκλείοντας την ελευθερία της προσωπικής έκφρασης που είναι και το απαύγασμα της παράδοσης. Είναι η πιο εύκολη αφομοίωση ενός υποτιθέμενου παραδοσιακού χορού, γιατί λείπει το δυσκολότερο στοιχείο του, το ύφος.

Θεωρώ στην προκειμένη περίπτωση, σαν δικλίδα ασφαλείας, την υποχρέωση του χοροδιδασκάλου να αναφέρει την περιοχή από την οποία κατάγεται ο χορός που παρουσιάζει το χορευτικό του, ώστε να ευσταθούν ερωτήματα όπως: Είναι παραδοσιακός; Έτσι τον χόρευαν οι πρόγονοι μας;

Ευτυχώς σήμερα πολλοί σύλλογοι, που δημιουργήθηκαν για τη διατήρηση και διάδοση της παράδοσης, φαίνεται να τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα από ότι πριν μερικά χρόνια. Όσον αφορά το θέμα χορός όλοι σχεδόν έχουν εντάξει στο ρεπερτόριό τους όλες τις ποντιακές περιοχές (άσχετα με το πόσο σωστά τις αποδίδουν), κάτι που ήταν αδιανόητο πριν τη 10ετία του 1990.

Η γνώση έρχεται πάντα από το παρελθόν, η εξέλιξη βασίζεται στην υπάρχουσα γνώση.

Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι μπορείς να είσαι αποτελεσματικός μόνο όταν βρίσκεσαι σε αρμονία με την πραγματικότητα. Έλεγαν επίσης ότι «αρετή σημαίνει γνώση».

Όταν ένας λαός αγαπάει κάτι και εκφράζεται μέσα από αυτό, τότε είναι και δικό του, ασχέτως ποιος είναι ο δημιουργός του.

Άλλωστε, ποιος και με ποια κριτήρια θα ορίσει τι είναι ποντιακό; Ποιος αποφασίζει ποιο είναι το ορθό ύφος; Ποιος ορίζει το «σωστό» και το «λάθος», το «δικό» μας και το «δάνειο», το «τοπικό» και το «μη τοπικό» και ποιοι είναι ποντιακοί χοροί και ποιοι όχι;

ΥΓ. Τελευταία μία συγκεκριμένη ομάδα αμφισβητεί την ύπαρξη του χορού Τρυγόνα Ματσούκας. Είναι αυτοί που μένουν προσκολλημένοι στους χορούς των δεκαετιών 1960 – ΄90. Η επιστήμη δέχεται ότι: όταν σε ένα χορό αλλάζει ένα συστατικό, τότε πρόκειται για έναν άλλο χορό. Η Τρυγόνα Ματσούκας ανήκει στην ίδια ομάδα με την Τρυγόνα Γουρούχ, το Τερς, την Τρυγόνα Τραπεζούντας κ.λπ., αλλά είναι άλλος χορός αφού αλλάζει ένα από τα πιο βασικά στοιχεία του, ο ρυθμός, που είναι 2/4 στην Τρυγόνα Τραπεζούντας και 7/8 στην Τρυγόνα Ματσούκας.

Καλό θα ήταν να μη δημοσιεύονται απόψεις που στηρίζονται στο θάρρος της ημιμάθειας, αλλά στοιχεία επιστημονικά τεκμηριωμένα ώστε να μην προκαλείται σύγχυση στα νέα παιδιά που ασχολούνται με τον ποντιακό χορό.

Κοσμέτες Β

Νίκος Ζουρνατζίδης, είναι πρόεδρος Χορευτικού Ομίλου Ποντίων «Σέρρα», Χοροδιδάσκαλος, ερευνητής παραδοσιακών ποντιακών χορών.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη μηνιαία εφημερίδα Εύξεινος Πόντος, τεύχος 234, Ιανουάριος 2017