Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

«To όνειρό μου είναι να πάω στην Τραπεζούντα να βρω τις ρίζες μου»

«To όνειρό μου είναι να πάω στην Τραπεζούντα να βρω τις ρίζες μου»
«To όνειρό μου είναι να πάω στην Τραπεζούντα να βρω τις ρίζες μου»

Συνάντησα τον Παύλο Κοντογιαννίδη στην αγαπημένη του καφετέρια Σόνια, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. «Είναι το στέκι μου. Θα πιούμε τον καφέ μας όμορφα, γιατί αυτή είναι η γειτονιά μου» μου είπε στο τηλέφωνο. Συνεπής στην ώρα του, μπήκε με το χαμόγελο στα χείλη. Αμέσως ήρθε να μας χαιρετήσει με δυνατή χειραψία, ενώ δεν παραπονέθηκε ούτε μια στιγμή για τα πολλά «κλικ» του φωτογράφου

της Μαρία Ανδρέου

Ο Παύλος Κοντογιαννίδης είναι πάνω από όλα -εκτός από σπουδαίος ρολίστας και αξιόλογος κωμικός ηθοποιός- ένας καλός άνθρωπος, που αγχώθηκε για το αν μας αρέσει το μαγαζί που διάλεξε για τη συνάντησή μας. Ένας γλυκός άνθρωπος, που δεν «ξίνισε» καθόλου, όταν διέκοπταν τη συνομιλία μας οι θαμώνες για να του πουν «γεια σου, βρε αρχηγέ» ή «τι κάνεις, ρε μεγάλε;».

Δεν έγινε καλλιτέχνης για την αναγνώριση, αλλά γιατί αγαπούσε το θέατρο. Και όταν ήρθε η δημοφιλία, δεν φόρεσε ποτέ μαύρα γυαλιά, ώστε να αποφεύγει τον κόσμο που τον χτυπά φιλικά στην πλάτη. Άλλωστε, αυτός ο κύριος από τον Πόντο, για τον οποίο η καταγωγή του είναι τιμή του και καμάρι του, δεν θα μπορούσε ποτέ να καβαλήσει... το καλάμι. Από 12 χρονών οδηγούσε τρακτέρ. Παλικαράκι άνοιγε αυλάκια στα χωράφια για μπαμπάκια με τον πατέρα και τη μητέρα του. Στα πρώτα καλλιτεχνικά βήματά του η Έλλη Λαμπέτη τού δήλωσε «βουβά» τον θαυμασμό της, ο Λάκης Λαζόπουλος έγραψε για εκείνον το πρώτο κείμενό του στην επιθεώρηση, ενώ οι δάσκαλοί του πάνω στη σκηνή ήταν ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Θανάσης Βέγγος.

Ο Παύλος Κοντογιαννίδης μιλά στην «Espresso» και, χωρίς να μασά τα λόγια του, λέει με σθένος την άποψή του για την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα, για τους τοκιστές που δεν έχουν συναισθήματα, για το τέταρτο και το πέμπτο μνημόνιο που θα μας χτυπήσουν την πόρτα. Παράλληλα αποκαλύπτει την πρόθεσή του να ανεβάσει άμεσα την παράσταση «Σέρρα», έναν μονόλογο-φόρο τιμής στους πρόσφυγες του Πόντου που έχασαν «τα δένδρα τα δίφορα», η οποία βασίζεται στο best seller του Γιάννη Καλπούζου.

Από πού είναι η καταγωγή σας;
Από τη Βέροια. Το χωριό λέγεται Μετόχι Ημαθίας και βρίσκεται δίπλα στο φράγμα του Αλιάκμονα. Είναι ένας χώρος καταπληκτικός. Εκεί έζησα όλα τα παιδικά μου χρόνια. Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από την Τραπεζούντα και την Αργυρούπολη του Πόντου. Ξεριζωμένοι, το 1922, πήγαν στην Πόλη, μετά στον Πειραιά και τελικά στη Βέροια, γιατί ο πατέρας μου αγαπούσε τη φύση και το χώμα. Είμαι Πόντιος, από αγροτική οικογένεια.

Ψάξατε ποτέ τις ρίζες σας στην Τραπεζούντα;
Α, τώρα τι με ρωτάτε... Αυτό είναι το όνειρό μου και των ανιψιών μου. Να πάμε στον Πόντο και στη Μικρά Ασία, γιατί από εκεί κατάγεται ο πατέρας τους. Πάντως, οι αφηγήσεις των δικών μου για τις περιοχές που άφησαν δεν ήταν καταστροφικού περιεχομένου. Μιλούσαν πάντα με νοσταλγία. Εγώ άκουγα όσα έλεγαν για τα σπίτια τους, τις αγορές, τις εκκλησιές τους σαν παραμύθι. Η μητέρα μου έλεγε ότι στον Πόντο τα δέντρα ήταν δίφορα, δηλαδή οι μηλιές έβγαζαν μήλα δυο φορές τον χρόνο. Μου φαινόταν παράδεισος.

Πληροφορούμαι ότι ανεβάζετε την παράσταση «Σέρρα», που βασίζεται στο ομώνυμο best seller του Γιάννη Καλπούζου. Πώς έγινε αυτή η συνεργασία;
Οταν μου έφεραν το βιβλίο του με ιδιόχειρη αφιέρωσή του, το πήρα στα χέρια μου κι από τις πρώτες σελίδες έπαθα μεγάλη ζημιά. Μου θύμισε αυτά που μου έλεγε η μάνα μου για τον ξεριζωμό των Ποντίων, αλλά με ντοκουμέντα. Εκλαιγα και συνέχιζα να διαβάζω. Ο κεντρικός ήρωάς του, ο Γαληνός Φιλονίδης, ζει όλη την προσφυγιά, αλλά με ημερομηνίες σε ιστορικό φόντο. Μου ήρθε αμέσως στο μυαλό ότι αυτός ο χαρακτήρας θα γινόταν ένας συγκλονιστικός θεατρικός μονόλογος.

Βρεθήκαμε, λοιπόν, με τον Γιάννη Καλπούζο και τον κοινό μας φίλο, τον συγγραφέα Δημήτρη Αρβανίτη, και το βάλαμε κάτω για να δούμε πώς θα γίνει και η παράσταση πρώτη. Γιατί το βιβλίο είναι κορυφαίο σε πωλήσεις, έτσι κι αλλιώς. Συμφωνήσαμε ότι, μέσα σε 33 σελίδες, θα τα πω όλα. Υπάρχουν και δραματοποιημένα σημεία που θα ερμηνεύσουν μέσα από βίντεο ή σκέτο ήχο οι συνάδελφοι Θέμης Πάνου, Έφη Καραγιάννη, Γρηγορία Αυγερινοπούλου και Νίκος Πολοζιάνης.

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέχεια εδώ...