Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Το Μνημείο για την Γενοκτονία των Ποντίων

Το Μνημείο για την Γενοκτονία των Ποντίων
Το Μνημείο για την Γενοκτονία των Ποντίων

«Χωρίς να γνωρίζω εγώ προσωπικά, σε τι αντιστοιχεί, πράγματι φαντάζει εξωφρενικό το ποσό των 350.000 ευρώ που δαπανήθηκε για το μνημείο που στήθηκε στο κεντρικό σημείο του Πειραιά (πλ. Αλεξάνδρας) για τη Γενοκτονία των Ποντίων. Ίσως να γνωρίζουν όσοι συμμετέχουν σ’ αυτή την θύελλα αντιδράσεων.

Πάντως μπορώ να πω ότι είναι ωραία διαμορφωμένος ο περιβάλλων χώρος και κατάλληλα φωτισμένος το βράδυ, έτσι ώστε να αναδεικνύεται το γλυπτό. Η φόρμα του σχηματίζει ένα τοξοειδές άνοιγμα, που θυμίζει πυλώνα, ενώ παράλληλα δίνει την αίσθηση της γεφυροποίησης τόπου και χρόνου, μνήμης και καθημερινότητας. Η κατασκευή του γλυπτού θέλει να δείχνει ελαφριά και ανθεκτική, διάφανη και στέρεα, τονίζοντας περισσότερο την «χειροποίητη» θαρρείς ιδιαιτερότητα του, (γι’αυτό και είναι επίτηδες, φαντάζομαι, ασύμμετρο το ημικύκλιό της), έχοντας ο καλός κατά τα άλλα γλύπτης Π. Τανιμανίδης, χρησιμοποιήσει ένα «έξυπνο» στοιχείο, που δεν είναι άλλο, από τα διαφόρων ειδών και μεγεθών ελατήρια, που μεταφέρουν στον θεατή, (εκτός από την ηχητική τους δόνηση που παραπέμπει στον Πυρρίχιο χορό) την εντύπωση της ελαστικότητας του χώρου (και του χρόνου).

Διαφωνώ ωστόσο με το σχήμα των επάλληλων και ημικυκλικά αναρριχώμενων μοτίβων, που κυριαρχούν στην κατασκευή αυτή. Αυτά τα μοτίβα εκλαμβάνονται από τον περισσότερο κόσμο, ως «βαρέλια» ή στην χειρότερη περίπτωση ως «σκουπιδοτενεκέδες».

Όποια «ελαφρότητα» είχε πρόθεση να υποβάλλει ο γλύπτης, μέσα από το τοξοειδές άνοιγμα του γλυπτού (σε αντιδιαστολή με την μεταλλική του κατασκευή), αυτή η ελαφρότητα αίρεται από την φλυαρία των φορτωμένων «βαρελιών», που μεταβιβάζουν στο εσωτερικό τους ένα συνονθύλευμα από αντικείμενα «μνήμης», όπου το ένα εξουδετερώνει την δυναμική του άλλου, χωρίς να καταφέρνουν αυτά τα συμβολικά – έστω – αντικείμενα, να μεταποιούνται και να μετουσιώνονται.

Πριν προχωρήσω, διερωτώμαι, αν είχε προκηρυχθεί διαγωνισμός, έστω κι αν ήταν να πληρωθεί το συγκεκριμένο γλυπτό, με το προαναφερθέν υπέρογκο ποσόν, από ιδιώτη. Εν πάση περιπτώσει, ήταν στην δικαιοδοσία του Δημάρχου να αποφασίσει; Άλλου μήπως φορέα; Δεν θέλω να επεκταθώ σε τίποτε από αυτά, γιατί είναι άλλης στήλης αρμοδιότητα. Επιστρέφοντας στο προκείμενο, θέλω να συμπληρώσω τα εξής. Ήταν πράγματι δύσκολο το εγχείρημα, για να αποδοθεί σε μια γλυπτή σύνθεση, όλο το πολύτιμο βιωματικό υλικό, η ασύλληπτη τραγωδία και το μέγιστο πολιτισμικό φορτίο της Γενοκτονίας των Ποντίων.

Ένα τέτοιο μνημείο δεν θα έπρεπε να φτάσει να υποστηρίζεται από επεξηγηματικά σχόλια, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις το έργο τέχνης χάνει την αυτοδυναμία του. Ούτε μπορεί κανείς να επικαλείται, το άλλο άκρο, δηλαδή «συντηρητικά» σύνδρομα ή «παρωχημένες» εκδοχές γλυπτών «ηρώων» ή ανάλογων «μνημείων». Τέτοιου τύπου μνημεία, όπως το συγκεκριμένο, όταν οι καλλιτέχνες αποδέχονται να τα διαμορφώσουν, οφείλουν να γνωρίζουν πως τα δεδομένα είναι διαφορετικής αντίληψης, σε σχέση με ό,τι θα ήταν σε μια ελεύθερη, προσωπική τους σύνθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, προϋπόθεση των καλλιτεχνών είναι ότι αποφασίζουν να αναλάβουν την ευθύνη να διαχειριστούν εκφραστικά την συλλογική μνήμη, η οποία οφείλει από τους αποδέκτες της, – το κοινό δηλαδή, – να διεγείρεται με νοηματική και συναισθαντική αμεσότητα και όχι να ξεσηκώνει το γλυπτό διασπαστικές αντιδράσεις, πόσο μάλλον πληθώρα από οργίλα δημοσιευμένα σχόλια.

Υπάρχουν αρκετά ανάλογα μνημεία (διαχείρισης της μνήμης) που ξεχωρίζουν, τα οποία συναντά κανείς σε δημόσιους χώρους, τόσο στη χώρα μας, όσο και στο εξωτερικό. Είναι διαμορφωμένα με σύγχρονη εικαστική γλώσσα, με νέα υλικά (ή και παλαιότερα, δεν έχει σημασία), αλλά με ανανεωμένη αισθητική αντίληψη. Θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πρότυπα έμπνευσης, αρκεί να διαθέτει κανείς ευφυή δημιουργικότητα, έτσι ώστε να υπερακοντίζει κάθε λογής «κρυπτομνησίες», ύποπτες «παραλλαγές», αγκυλώσεις και μιμήσεις.

Τέτοιου τύπου γλυπτά οφείλουν να αξιοποιούν το περιβάλλον όπου στήνονται κι ανάλογα να αναδεικνύονται, καθώς και να νοηματοδοτούνται από αυτό, στοχεύοντας σε ένα κοινό που – επί το πλείστον – επιδιώκει κανείς να το κάνει να ομονοεί, απέναντι σε ένα εύληπτο, αλλά όχι όμως εύπεπτο ή μονοδιάστατο «περιεχόμενο» του έργου τέχνης. Επίσης, τέτοιου τύπου γλυπτά θαυμάζουμε όταν διαθέτουν μια πυκνή, λιτή, αλλά περιεκτική γλώσσα, ως προς την μορφολογική, την υφολογική και ιδιαίτερα την εννοιολογική τους απόδοση, σχετικά με συμβολισμούς και αλληγορίες, που αναφέρονται στα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα, αλλά μέσα από τις διεσταλμένες τους πλέον σημασίες, για τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι το κάθε ανάλογο γλυπτό οφείλει να εκπέμπει μια ποιοτικά επεξεργασμένη αναβάθμιση του συναισθήματος, μέσα από την πνευματική καλλιέργεια, που ως συνειδησιακή «απορροή», το μνημείο αυτό πρέπει δυνητικά και ως υποθήκη να την εκπέμπει, ιδιοσημαίνοντάς την εξελικτικά, για να αντέχει στον χρόνο».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κυριακάτικη Δημοκρατία" στις 4/6/2107.

Σχετικά θέματα