Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Τί είναι παραδοσιακό και τι νεότερο; Τί καταγράφουμε τελικά;

Τί είναι παραδοσιακό και τι νεότερο; Τί καταγράφουμε τελικά;

Ίσως η αγάπη για την Ποντιακή Παράδοση, ίσως ο υπερβολικός ζήλος, οδηγούν πολλούς μελετητές σε έρευνες και καταγραφές. Ονομάζονται λαογράφοι ή ερευνητές και εκφράζουν την άποψή τους για πολλά λαογραφικά και ιστορικά ζητήματα. Καμία καταγραφή δεν είναι κατακριτέα. Είναι, όμως, η ευκολία με την οποία εξάγονται άκριτα κάποια συμπεράσματα.

Η Λαογραφία είναι μια νεότερη Επιστήμη. Στην Ελλάδα έκλεισε 100 χρόνια, από τη σύλληψη του ονόματός της από το Νικόλαο Πολίτη και την Ίδρυση της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας. Γεννήθηκε από την ανάγκη να αποδείξει το ελληνικό κράτος τη συνέχεια και το συσχετισμό των Νεοελλήνων με την αρχαία Ελλάδα και να αντικρούσει τις θεωρίες περί ασυνέχειας του Ελληνισμού (κάτι βέβαια που δεν αγγίζει εμάς τους Πόντιους, καθώς ο ίδιος ο Φαλμεράιερ επισημαίνει ότι τους αρχαιότερους των Ελλήνων θα πρέπει να αναζητήσουμε στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας). Εκείνα τα χρόνια, σημαντική ήταν η συμβολή των μη λαογράφων στο σκοπό αυτό, δασκάλων κυρίως, οι οποίοι συνέλεξαν πλούσιο λαογραφικό υλικό. Γενικότερα, η συμβολή των ερασιτεχνών ερευνητών ήταν και είναι ουσιαστική στη Λαογραφία. Άλλωστε η ενασχόληση με λαογραφικές καταγραφές είναι μια ευχάριστη απασχόληση για όσους αγαπούν την Παράδοση. Πρέπει να γίνει, όμως, σαφές ότι άλλο καταγραφή κι άλλο αξιολόγηση μιας λαογραφικής καταγραφής. Προκαλείται σύγχυση σε πολλούς ερευνητές και γενικεύουν ατομικές περιπτώσεις λαογραφικών φαινομένων, εξάγοντας έτσι συμπεράσματα που απέχουν τόσο από την παράδοση, όσο και από το ιστορικό πλαίσιο της κάθε εποχής.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από κάποιες γενικές κατευθύνσεις που καλό είναι να ακολουθεί ο κάθε ερευνητής. Καταρχήν είναι αυτονόητο πια ότι όταν καταγράφουμε ένα έθιμο, ένα χορό, ένα τραγούδι, πρέπει αυτό να γίνεται με κάθε οπτικο-ακουστικό μέσο. Κι όταν ο πληροφορητής μας λέει «κάτι», για να ισχυριστούμε ότι υπήρχε, πρέπει να το διασταυρώσουμε τουλάχιστον από τρεις διαφορετικές πηγές. Σε μια δεύτερη φάση μελέτης και επεξεργασίας γίνεται και ο τριγωνισμός, διασταύρωση δηλαδή από τρεις επιστήμονες διαφορετικής ειδικότητας (για παράδειγμα μια παλιά φωτογραφία μπορεί να αναλυθεί από έναν ιστορικό, ένα λαογράφο κι ένα φωτογράφο). Τον ίδιο πληροφορητή, πρέπει να τον συναντήσουμε τουλάχιστον δύο φορές, γιατί και λόγω ηλικίας και λόγω του άγχους ότι καταγράφεται, μπορεί να παραλείψει στα λεγόμενά του κάτι σημαντικό. Τέλος, καλό είναι αυτό να μη γίνονται αποσπασματικές ερωτήσεις. Όσο πιο αποσπασματική είναι μια συνέντευξη, τόσο πιο αναξιόπιστη είναι. Σήμερα πια, η μέθοδος που έχει διεθνώς επικρατήσει, είναι η αφήγηση ζωής. Δηλαδή, εκτός από το συγκεκριμένο π.χ. χορό, καλό είναι να προκαλείται ο ερωτώμενος σε μια ελεύθερη αφήγηση της ζωής του, κάτι σαν αυτοβιογραφία. Αυτό μπορεί να εξηγήσει πολλά, ακόμη και γιατί επιμένει σε κάποιον χορό ή σε κάποιο τραγούδι, ενώ δεν είναι παραδοσιακό.

Απαντώντας στο ερώτημα τι είναι "Παράδοση" θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία και όχι στατική. Επιβιώνουν εκείνα τα στοιχεία που ασκούν στον άνθρωπο τη μεγαλύτερη τελετουργική γοητεία. Και βέβαια, κάθε πράξη παραδοσιακή, κάθε παρέμβαση στην Παράδοση (τουλάχιστον στους παραδοσιακούς χώρους έκφρασης) συνοδευόταν από την απουσία συνειδητότητας της πράξης αυτής. Δηλαδή, όταν κάποιος χαρισματικός έλεγε ένα δικό του δίστιχο, το έλεγε για να εκφραστεί, και όχι για να προσθέσει μια καινοτομία στην παράδοση. Ας σημειωθεί ότι όταν μιλάμε για Παράδοση αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στην ύπαιθρο, λαϊκό άνθρωπο, όμως, μπορείς να συναντήσεις παντού και σε κάθε κοινωνική τάξη.

Σήμερα, υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες διατήρησης των χορών και των τραγουδιών μας στην αυθεντική τους μορφή. Είναι απόλυτα φυσιολογικό, καθώς εμείς οι Πόντιοι, έχουμε χάσει το φυσικό μας χώρο. Πολλές φορές στην ιστορία, υπάρχουν συνθήκες που διακόπτουν την ομαλή συνέχεια της Παράδοσης (είτε ο ξεριζωμός, είτε παλαιότερα κάποιος πόλεμος κ.ά.). Κάποιες επιβιώσεις, λοιπόν, που έφτασαν ως τις μέρες μας και είναι σχεδόν αδύνατον να αναβιώσουν στην αρχική τους μορφή, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάποια συγκριτική μελέτη. Γνωρίζει η Λαογραφία ότι από υπερβολικό ζήλο, υπήρχαν αυθαίρετες επινοήσεις και προσθήκες, που αλλοίωσαν την Παράδοση

Όμως παλαιότερα η ζωή ήταν τέτοια που η πεζότητα, η καθημερινότητα του κόσμου, δεν ξεχώριζε από την ποίηση. Γι' αυτό και για πολλούς άλλους λόγους αγαπάμε το παρελθόν γιατί υπάρχει η λεγόμενη αισιοδοξία της αναμνήσεως που εξωραΐζει ότι έχει περάσει. Το παλιό είναι όμορφο, όχι απαραίτητα γιατί είναι όμορφο, αλλά γιατί είναι παλιό. Το νέο είναι άσχημο, όχι γιατί είναι άσχημο πάντα, αλλά γιατί είναι νέο.

Σήμερα δεν αναβιώνουν κάποια έθιμα γιατί χρειάζονται στην πράξη, αλλά σαν μια νοσταλγική σύνδεση με το παρελθόν. Αυτό ακριβώς ονομάζεται φολκλορισμός, δηλαδή η αναβίωση μορφών λαϊκού βίου ενώ πρακτικά δε χρειάζονται. Ο φολκλορισμός σύμφωνα με αυστηρά παραδοσιακά κριτήρια, είναι κατακριτέος. Από τη στιγμή όμως που δεν υπάρχουν οι ιδανικές συνθήκες μιας απόλυτα παραδοσιακής έκφρασης, πρέπει να διατηρηθεί, με την έννοια της αναπαράστασης. Η αναπαράσταση αυτή, όμως, πρέπει να έχει υψηλό βαθμό πιστότητας και γνησιότητας(σε στενή συνεργασία με ειδικούς λαογράφους, μουσικούς, ιστορικούς).

Όμως, αν αναζητούμε το πιστά και αυθεντικά παραδοσιακό, με χώρο έκφρασης την πόλη, υπάρχει μια αντίφαση. Το απόλυτα παραδοσιακό σημαίνει ότι έχει σταματήσει ο χρόνος. Σημαίνει ότι θα πρέπει να ζούμε και σήμερα με μαγείες και δεισιδαιμονίες, με νερόμυλους. Στο σημείο αυτό η λαογραφία δίνει τη δική της εκδοχή: δέχεται ότι κάθε ιστορική στιγμή, κάθε εποχή έχει τη δική της αυθεντικότητα. Ως παλιό προσδιορίζεται η ταυτότητα του χθεσινού μας είναι ενώ το νέο δεν είναι τίποτε άλλο από μια καινούργια παραλλαγή του παλιού, ως απόδειξη ότι υπάρχει συνέχεια και δεν είναι η Παράδοση μουσειακό είδος. Το Παρελθόν ζει, μέσα από τη ζωή του παρόντος, με τις όποιες μεταβολές έχει υποστεί.

Ο χώρος του ιστορικού Πόντου, ήταν πάντα πολυ-πολιτισμικός. Είναι αυτονόητο ότι στη μουσική και στο χορό, δεν υπάρχουν σύνορα. Στην Παράδοση που ήρθε στην Ελλάδα από Ποντίους εκτός ιστορικού Πόντου, υπάρχει πληθώρα ξενόφερτων στοιχείων. Δεν είναι κακό. Ούτε απαραίτητα καλό. Είναι αντικειμενικό γεγονός. Πάντα, όμως υπήρχε μια σύζευξη μεταξύ πολιτικής και πολιτισμού. Πρέπει να προβληματιστούμε για το ποιά σκοπιμότητα μπορεί να υπάρχει στη διάδοση ενός χορού π.χ. αρμένικου (πέρα από την καταγραφή του). Ακόμη κι όταν αυτός παρουσιάζεται, πρέπει να τίθεται σε συγκεκριμένα πλαίσια, ιστορικά και γεωγραφικά. Πολλές φορές βέβαια, συμβαίνει και το αντίθετο: να καταγράφουμε ένα έθιμο ως απόλυτα παραδοσιακό , ενώ η αλήθεια είναι ότι το έχουν επαναφέρει κάποιοι λόγιοι πριν 100-150 χρόνια!

Το γεγονός ότι βρισκόμαστε 90 περίπου χρόνια μετά τον ξεριζωμό, δε μας καθιστά απαραίτητα σε μειονεκτικότερη θέση από την προηγούμενη γενιά. Κάθε γενιά ανακτά και επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με την Παράδοση. Το γεγονός αυτό ισοσταθμίζει τη φυσική απώλεια ατόμων πρώτης γενιάς. Είναι σαφές στους περισσότερους νέους σήμερα ότι η επιμονή στην Παράδοση δεν είναι οπισθοδρόμηση. Συντηρητισμός είναι να κάθεσαι μπροστά στην τηλεόραση και να δέχεσαι άκριτα ότι σου σερβίρουν. Η ενασχόληση με την Παράδοση είναι πρόοδος.

Μυροφόρα Ε. Ευσταθιάδου
Υπ. Διδάκτωρ Λαογραφίας


1. Αλεξιάδης, Μ. (1988). Η ελληνική και διεθνής επιστημονική ονοματοθεσία της Λαογραφίας. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
2. Μερακλής, Μ. (1989). Λαογραφικά ζητήματα. (σελ. 15-24). Αθήνα: Χ.Μπούρα.
3. Η βιογραφική προσέγγιση είναι μια νέα τάση τόσο στη λαογραφική όσο και στην ιστορική έρευνα. Σημαντικές πληροφορίες και οδηγίες περιλαμβάνει το βιβλίο της Ρέας Κακάμπουρα (2008). Αφηγήσεις ζωής, η βιογραφική προσέγγιση στη σύγχρονη λαογραφική έρευνα. Αθήνα:Ατραπός.
4. Μερακλής, Μ. (1989). Λαογραφικά ζητήματα. Αθήνα: Μπούρα.