Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Άγιοι του Πόντου: Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων ή Θεόδωρος Αμασείας Πόντου

Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων ή Θεόδωρος Αμασείας Πόντου

O Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων ή Θεόδωρος Αμασείας ( - 306 ή 307)[1] είναι Άγιος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έδρασε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Μαξιμιανού (286 - 305) και Γαλέριου (305 - 311). Ονομάστηκε Τήρων λόγω του ότι είχε καταταχθεί στο σώμα των νεοσυλλέκτων της Ρωμαϊκής λεγεώνας (tiro στα λατινικά σημαίνει νεοσύλεκτος). Επίσης θεωρείται και μάρτυρας από την Ορθόδοξη εκκλησία λόγω του μαρτυρικού θανάτου που βρήκε. Ο συναξαριστής του βίου του είναι ο Γρηγόριος Νύσσης.

Νεανική ηλικία

Δεν γνωρίζουμε πολλά για την παιδική και εφηβική ηλικία του Θεοδώρου. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε κοντά στην Αμάσεια, την πρωτεύουσα του Ελενοπόντου, πόλη κτισμένη στο φαράγγι του ποταμού Ίριδα. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήταν ο υστερορωμαϊκός οκισμός Ευχάιτα (σημ. Avkat). Την εποχή που ο Διοκλητιανός επιχειρούσε με έδρα τη Νικομήδεια, την αναδιοργάνωση του κράτους διενήργησε διωγμούς με αποτέλεσμα πολλοί Χριστιανοί να εγκαταλείπουν την περιοχή της Αμάσειας, άλλοι να γίνονται κρυπτοχριστιανοί, άλλοι να πιστεύουν στα είδωλα και τέλος άλλοι να βασανίζονται ένεκα της πίστεως τους. Παρότι ο Λικίνιος αρχικά τήρησε το σύμφωνο της Ανεξιθρησκείας εν συνεχεία άρχισε διωγμούς κατά των Χριστιανών. Έτσι ο Θεόδωρος, διαμόρφωσε την άποψη, πως ο Χριστιανός έπρεπε να δίνει τη ζωή του για την πίστη του και να μην τη κρύβει.

Η κατάταξη στο στρατό

Τους λόγους που οδήγησαν τον Θεόδωρο να καταταγεί στο στρατό δεν τους γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως πως σύντομα ξεχώρισε στην κοόρτη Tyronum μεταξύ των άλλων στρατιωτών για την ανδρεία του. Αφορμή να γίνει γνωστός για τη ανδρεία του στάθηκε η βοήθεια που έδωσε σε κάποια πλούσια γυναίκα και τους κατοίκους μίας περιοχής εξαιτίας ενός γιγάντιου φιδιού[2] το οποίο τους τρομοκρατούσε. Έτσι προσευχόμενος έψαξε το φίδι και όταν το συνάντησε εκτόξευσε εναντίον του το ακόντιο τραυματίζοντας το θανάσιμα.

Ομολογία της θρησκευτικής του ταυτότητας

Την εποχή εκείνη είχε αρχίσει να εφαρμόζεται το διάταγμα των Διοκλητιανού, περί θυσιών στους Θεούς, με σκοπό να εμφανίζονται οι Χριστιανοί. Ο Θεόδωρος αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αυτές. Ο Βρύγκας επικεφαλής του τάγματος τον κάλεσε και τον ρώτησε για ποιον λόγο δεν θυσιάζει, ομολογώντας πως είναι Χριστιανός. Ο Βρύγγας βλέποντας ότι οι προσπάθειές του να τον μεταπείσει, αποτύγχαναν, του έδωσε χρόνο να το ξανασκεφτεί. Ο ίδιος τον χρόνο που είχε τον χρησιμοποίησε για να ενισχύσει τους Χριστιανούς του τάγματος, ώστε να μην αλλαξοπίστησουν ή φοβηθούν από τα βασανιστήρια που ανέμενε να περάσει, μετά τη δεύτερη ακρόαση και τη μη μετάνοια του.

Καταστροφή του ειδώλου της Ρέας

Ο Θεόδωρος όμως δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Χρησιμοποιώντας την ελευθερία του, κατέστρεψε το ξύλινο είδωλο της Θεάς Ρέας που βρισκόταν στο ναό, από την αγανάκτησή του για τον διωγμό και τα μαρτύρια των Χριστιανών. Ο Κρονίδης, ένας υπηρέτης του ναού, είδε το σκηνικό και το διεμήνυσε στον τοπικό άρχοντα Πόπλιο. Ο Θεόδωρος αμέσως κλήθηκε σε απολογία για τη μεγάλη ασέβεια. Ο ίδιος είπε ότι το έκανε θέλοντας να διαπιστώσει αν όντως η θεά ήταν αληθινή. Αυτό που διαπίστωσε όμως ήταν ότι πρόκειται περί αψύχου πράγματος.

Το μαρτύριο του Θεοδώρου

Ο τοπικός άρχοντας αμέσως διέταξε να τον μαστιγώσουν. Τον έφερε πάλι μπροστά του λέγοντας πως αν ασπασθεί τον θεό του όλα θα τελειώσουν λέγοντας, ειδάλλως θα τον υποβάλλει σε βασανιστήρια και θα σπάσει γρήγορα. Ο Θεόδωρος άμεσα απάντησε τη σταθερότητα της πίστης του και πως δεν φοβάται να μαρτυρήσει επειδή δεν είναι δειλός. Έτσι έδωσε εντολή να τον ρίξουν στη φυλακή χωρίς τροφή και νερό. Το βράδυ όμως ο Χριστός εμφανίστηκε μπροστά του δίνοντας του τη δύναμη, επίσης άγγελοι, περιγράφει ο Γρηγόριος Νύσσης, έψαλαν μέσα από το κελί του, με αποτέλεσμα οι φύλακες να νομίσουν πως φίλοι του Θεοδώρου πήγαν να τον βοηθήσουν να δραπετεύσει. Ο Πόπλιος έστειλε, μαθαίνοντας το γεγονός, άγημα στη φυλακή χωρίς να βρουν τίποτα.

Το τέλος της ζωής του

Ο Πόπλιος θέλησε να του ξαναδώσει μια ευκαιρία να αλλαξοπιστήσει, όμως ο Θεόδωρος ήταν ανένδοτος. Έτσι διέταξε να τον κρεμάσουν με ανάποδη φορά και να κόψουν τις σάρκες του με κοφτερά σίδερα, ένα ιδιαίτερα γνωστό για την εποχή βασανιστήριο. Η προσπάθεια που κατέβαλαν από το βασανιστήριο απέτυχε. Ο Θεόδωρος δεν έσπασε και αντ´αυτού ο παρευρισκόμενος λαός έπαιρνε δύναμη από τη θάρρος και την αντοχή του Θεοδώρου. Βλέποντας αυτό ο Πόπλιος διέταξε να τον ρίξουν στο καμίνι. Η ημερομηνία της κοίμησής του, ήταν η 17η Φεβρουαρίου του έτους 306 ή 307. Η Ευσεβία επιτέλεσε την ανακομιδή των λειψάνων του πριν από το 350 στα Ευχάιτα, τα οποία αυτόματα αποτέλεσαν το λατρευτικό κέντρο του αγίου Θεοδώρου και αναδείχθηκαν σε σπουδαίο προσκύνημα.