Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Ποντιακή παραδοσιακή μουσική: Άσε με να κάνω λάθος!

Ποντιακή παραδοσιακή μουσική: Άσε με να κάνω λάθος!
Ποντιακή παραδοσιακή μουσική: Άσε με να κάνω λάθος!

Γράφει ο Θανάσης Στυλίδης
Δικηγόρος - Λυράρης

Άσε με να κάνω λάθος!

Έχει χρόνια που εμφανίστηκε αυτό το είδος μουσικών. Έχει καιρό που υπήρξε αυτό το είδος ανθρώπων. Από καταβολής κόσμου, θα έλεγα.

Δεν θα φιλοσοφήσω, γιατί δεν μπορώ. Θα προσπαθήσω όμως, για μια ακόμη φορά, κουραστικά και μονότονα ίσως, να σκιαγραφήσω μερικές σκέψεις για έναν χώρο που από «μικροθέας», από τα μικράτα μου δηλαδή, με βασανίζει, με πληγώνει, αλλά και με τρέφει ψυχικά. Την ποντιακή μουσική, την ποντιακή «παράδοση» και τους μουσικούς της.

Πολλοί μου λένε «τέρεν τη δουλεία σ’». Τι κόλλημα είναι αυτό; Τι να κάνω, ρε παιδιά; Αρρωστάκι είμαι...

Ακολουθώντας, λοιπόν, αυτό το πολυδιάστατο πάθος μου, σήμερα θα καταπιαστώ με ένα θέμα που δεν έχω θίξει μέχρι τώρα, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το σκέφτομαι. Είναι κάτι που με απασχολεί συχνά και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, ιδιαίτερα με τους νέους λυράρηδες, από τους οποίους πολλοί με συμπαθούν και άλλοι, όπως μαθαίνω, όχι. Οι περισσότεροι, φυσικά, δεν με ξέρουν καν.

Να, λοιπόν, η σκέψη μου.

Χαιρόμαστε για τα νέα παιδιά που ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική. Εγώ κυρίως χαίρομαι με τα νέα παιδιά που ασχολούνται με την αληθινή ποντιακή μουσική. Το έχουμε χιλιοπεί, το ότι κρατάει κάποιος μια λύρα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι παίζει ποντιακή μουσική.

Βλέπω, λοιπόν, αυτά τα καταπληκτικά παιδιά, τα παιδιά των ωδείων, των δασκάλων, των ατελείωτων ωρών μελέτης, να αναλώνονται σε έναν εξαντλητικό αγώνα αντιγραφών. Έχουν χωριστεί σε σχολές και διαγκωνίζονται για το ποιος θα αντιγράψει καλύτερα τον Γώγο Πετρίδη, τον Κωστάκη, τον Αϊβάζ, τον Μήτια.

Τους θαυμάζω αυτούς τους νεαρούς. Τους θαυμάζω γιατί αγωνίζονται υπηρετώντας ένα είδος που μάλλον δεν θα τους εξασφαλίσει ποτέ πρόσβαση στα μεγάλα ακροατήρια, τα οποία, δυστυχώς, περί άλλων τυρβάζουν. Κι όμως, παρά το διαφαινόμενο αδιέξοδο, αυτοί επιμένουν. Επιμένουν στον μοναχικό δρόμο του δωματίου, της μελέτης, της μικρής παρέας, του "μουχαπετιού", που εσφαλμένα πολλοί επιμένουν να το λένε "παρακάθ".

Και είναι σωστό αυτό. Γιατί, όταν υπάρχει έλλειψη βιωματικής εμπειρίας, όταν δεν υπάρχει πια εκείνη η ζωντανή παραδοσιακή ζωή από την οποία θα αντλήσεις χρώματα, ακούσματα, συναισθήματα και συμπεριφορές για να τα μεταφέρεις στη μουσική σου, το πρώτο στάδιο της πορείας προς το ποθούμενο είναι αναγκαστικά η αντιγραφή των παλιών μαστόρων της μουσικής μας τέχνης.

Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις. Και τι καλύτερο από το να μαθητεύσεις δίπλα στους μεγάλους, έστω και μέσα από τις ηχογραφήσεις που μας άφησαν; Να ακούσεις, να μελετήσεις, να προσπαθήσεις να καταλάβεις όχι μόνο τι έπαιζαν, αλλά και πώς και γιατί το έπαιζαν.

Μόνο που εδώ αρχίζουν οι προβληματισμοί μου.

Γιατί η αντιγραφή, όσο αναγκαία κι αν είναι στην αρχή, δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι το μέσο, όχι ο προορισμός. Είναι το πρώτο σκαλοπάτι και όχι το τελευταίο.
Πέραν αυτού, μετά λύπης μου διαπιστώνω ότι αυτή η μοναχική πορεία αφήνει και κάποιες «παραξενιές».

Αυτά τα παιδιά έχουν απορροφηθεί τόσο πολύ στην προσπάθειά τους να μη τους ξεφύγει ούτε μία κεραία, ούτε μία δοξαριά της εκάστοτε κλασικής εκτέλεσης, ώστε φοβάμαι πως, επικεντρωμένα στο δέντρο, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό, χάνουν το δάσος.

Και το δάσος είναι η ίδια η μουσική.

Χάνουν, δηλαδή, την προσωπική τους έκφραση και, μαζί μ' αυτήν, κάτι από την ουσία της μουσικής. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο άλλος τρόπος είναι που κάνει τη διαφορά. Εκείνος ο ανεπαίσθητα διαφορετικός τρόπος, που δεν διδάσκεται εύκολα, δεν αποτυπώνεται σε παρτιτούρες και δεν αντιγράφεται με μαθηματική ακρίβεια.

Γιατί να ακούω εκτελέσεις που εκ των προτέρων γνωρίζω την επόμενη "τοξαριά" ; Πόσες φορές σκέφτηκα " κανείται .....λίγη αληθινή μουσική ρε παιδιά"!

Γιατί το διαφορετικό, κατά τη γνώμη μου, γεννιέται πολλές φορές σε μια στιγμή που όλα πηγαίνουν αλλιώς από τα συνηθισμένα, τα απόλυτα, τα στυλιζαρισμένα. Το υποτιθέμενο "λάθος" είναι αυτό που μπορεί να γεννήσει το καινούργιο. Μια απρόσμενη "στραβή" δοξαριά, μια διαφορετική μουσική φράση, μια μικρή απόκλιση από το καθιερωμένο, που ξαφνιάζει ευχάριστα τ' αφτιά και συγκινεί.

Άλλωστε, αναρωτιέμαι, οι μεγάλοι μάστορες που σήμερα αντιγράφουμε με τόση ευλάβεια γεννήθηκαν μεγάλοι; Αντέγραφαν κι αυτοί κάποιον άλλον μέχρι την τελευταία δοξαριά ή μήπως κάποια στιγμή τόλμησαν να παίξουν με τον δικό τους τρόπο; Μήπως αυτό ακριβώς που σήμερα θεωρούμε κλασικό υπήρξε κάποτε μια προσωπική απόκλιση από το συνηθισμένο;

Δεν πειράζει, λοιπόν, να ξεφεύγουμε από την πεπατημένη της αντιγραφής μιας εκτέλεσης, όσο αξεπέραστη κι αν θεωρείται αυτή. Δεν είναι ιεροσυλία να βάλεις κάτι από τον εαυτό σου. Αρκεί, βέβαια, να γνωρίζεις τι υπηρετείς, να έχεις κατανοήσει το ύφος και την αισθητική της μουσικής σου και να μη βαφτίζεις κάθε αυθαιρεσία προσωπική δημιουργία.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η ελευθερία που γεννιέται από τη γνώση και άλλο η αυθαιρεσία που γεννιέται από την άγνοια.

Περαιτέρω, αυτή η μουσική στάση θεωρώ ότι έχει και άλλες παρενέργειες. Θα τις έλεγα ακόμη και ψυχοσωματικές, αν και δεν είμαι ειδικός να τις χαρακτηρίσω. Με λύπη μου διαπιστώνω ότι σε αρκετούς από τους νέους εκτελεστές καλλιεργείται ένας μουσικός εγωισμός που ξεπερνά κατά πολύ τον καλώς εννοούμενο.

Και εδώ τα πράγματα γίνονται, κατά τη γνώμη μου, σοβαρότερα.

Πόσες φορές δεν είδαμε σε μουχαπέτια κάποια νεαρά παιδιά να παίρνουν τη λύρα και να μην την αφήνουν με τίποτα; Πόσες φορές δεν είδαμε, όταν η λύρα φεύγει από τα χέρια τους και περνάει σε κάποιον άλλον, αυτοί να ξύνονται, να αδιαφορούν, να ασχολούνται με το κινητό τους ή ακόμη χειρότερα, να κοιτούν αφ' υψηλού τον επόμενο λυράρη;

Κάποιοι μάλιστα μοιάζουν να περιμένουν πότε θα τελειώσει ο άλλος για να ξαναπάρουν τη λύρα στα χέρια τους. Δεν ακούν για να απολαύσουν. Ακούν για να κρίνουν, να συγκρίνουν, να εντοπίσουν το λάθος. Κι αν ο άλλος δεν ανήκει στη δική τους "σχολή", ακόμη χειρότερα.

Η διασκέδαση γι' αυτούς αρχίζει και τελειώνει μόνο όσο παίζουν οι ίδιοι.

Όταν παίζουν, απαιτούν την προσοχή όλων. Όταν όμως παίζει κάποιος άλλος, η προσοχή αυτή εξαφανίζεται. Λες και η παρέα είναι ένα άτυπο διαγωνιστικό ακροατήριο, όπου ο καθένας περιμένει τη σειρά του για να επιδείξει την τεχνική του κατάρτιση.

Και αναρωτιέμαι, αυτό είναι το μουχαπέτι; Αυτό μας παρέδωσαν οι παλιοί; Αυτή είναι η κοινωνική λειτουργία της ποντιακής μουσικής; Μια τέτοια συμπεριφορά είναι παντελώς ξένη προς την ποντιακή παράδοση, όπου η παρέα είναι πρωτίστως μια συμμετοχική διαδικασία.

«Μουχαπέτ» σημαίνει κυριολεκτικά συζήτηση, κουβέντα, επικοινωνία. Και, κατ' επέκταση, από κοινού αναζήτηση. Δεν είναι μια σκηνή με πρωταγωνιστή τον λυράρη και θεατές τους υπόλοιπους. Είναι μια συνάντηση ανθρώπων που μοιράζονται συναισθήματα, μνήμες, τραγούδια, χαρές και καημούς.

Στο πραγματικό μουχαπέτι ο λυράρης δεν παίζει για να τον θαυμάσουν. Παίζει για να επικοινωνήσει. Δεν επιβάλλεται στην παρέα, γίνεται μέρος της. Ακούει τον τραγουδιστή, παρακολουθεί τον χορευτή, αισθάνεται τον διπλανό του. Ξέρει πότε να παίξει, αλλά ξέρει και πότε να σωπάσει. Και, κυρίως, ξέρει να χαίρεται όταν παίζει κάποιος άλλος. Γιατί και η ακρόαση είναι συμμετοχή. Ίσως μάλιστα να είναι μια από τις δυσκολότερες μορφές της.

Δεν μπορείς να υπηρετείς μια μουσική που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στη συλλογικότητα και, την ίδια στιγμή, να συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι το μοναδικό πρόσωπο που έχει σημασία μέσα στην παρέα. Δεν μπορείς να επικαλείσαι διαρκώς τους παλιούς μαστόρους και να αγνοείς το ανθρώπινο περιβάλλον μέσα στο οποίο εκείνοι έζησαν και δημιούργησαν.

Γιατί η παράδοση δεν είναι μόνο οι νότες, οι δοξαριές, τα γυρίσματα και οι σκοποί. Είναι και ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι στον άλλον. Είναι το ήθος της παρέας, η γενναιοδωρία, ο σεβασμός, η χαρά να μοιράζεσαι αυτό που ξέρεις και αυτό που αισθάνεσαι. Και φοβάμαι πως, αν χάσουμε αυτό το στοιχείο, όση τεχνική τελειότητα κι αν αποκτήσουμε, κάτι πολύ ουσιαστικό θα έχει χαθεί από τη μουσική μας.

Ας μη θεωρηθούν όλα αυτά ως μια γενική καταδίκη των νέων λυράρηδων. Κάθε άλλο. Υπάρχουν εξαιρετικά παιδιά, με σπάνιο ταλέντο, γνώση, σεμνότητα και πραγματική αγάπη για τη μουσική μας. Και είναι πολλά. Σ' αυτά άλλωστε στηρίζω την ελπίδα μου.

Ούτε ισχυρίζομαι ότι οι παλιοί ήταν όλοι άγιοι και απαλλαγμένοι από εγωισμούς, αντιζηλίες και ανθρώπινες αδυναμίες. Κάθε άλλο. Απλώς πιστεύω ότι η μουσική μας, ως κοινωνική και πολιτισμική έκφραση, κουβαλάει μια φιλοσοφία που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στην αγωνία της τεχνικής τελειότητας και της προσωπικής αναγνώρισης.

Ας μάθουμε, λοιπόν, από τους μεγάλους. Ας τους μελετήσουμε όσο μπορούμε περισσότερο. Ας αντιγράψουμε τις δοξαριές τους, ας αναζητήσουμε τα μυστικά τους. Αλλά κάποια στιγμή ας προσπαθήσουμε να ακούσουμε και τον δικό μας εαυτό.

Και, πάνω απ' όλα, ας μάθουμε να ακούμε και τον διπλανό μας.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο πως θα παίξεις καλά λύρα. Είναι να μπορέσεις, μέσα από τη λύρα, να επικοινωνήσεις με τον άλλον. Να τον συγκινήσεις, να τον κάνεις να τραγουδήσει, να θυμηθεί, να χαρεί, να πονέσει. Να αισθανθεί ότι αυτό που παίζεις δεν είναι μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά κάτι που τον αφορά προσωπικά.

Τελικά το ζητούμενο είναι να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος

Αυτό είναι παρέα. Αυτό είναι μουχαπέτι. Αυτός, για μένα είναι ο Πόντιος λυράρης.

Γιατί το "αρχή τοξάρι πίσω" μπορεί να είναι και "αρχή τοξάρι μπροστά".

Αρκεί το τοξάρι να στοχεύει στην καρδιά του συνδιασκεδαστή μας και όχι στην προσωπική μας ματαιοδοξία.