Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Η καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης και περισυλλογής για τα γεγονότα που σφράγισαν με ανεξίτηλο τρόπο τους Ποντίους

γράφει Η Κωνσταντίνα Ηλιάδου,
εκ μέρους του Δ.Σ. της Ενώσεως Ποντίων Νομού Μαγνησίας

Εμείς οι Πόντιοι, ένας λαός με μεγάλη αγάπη στην ελευθερία, την αλήθεια, τη ζωή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τις ηθικές αξίες, τον άνθρωπο, ήταν αδύνατο να ζήσουμε στην απόκρυψη, στην παραχάραξη της Ιστορίας, στον εφησυχασμό.

Έτσι μετατρέψαμε τις μέρες των διώξεων, των παθών σε ημέρες ζωής, τις ημέρες της σταύρωσής μας σε αφετηρία Ανάστασης και νέας Ποντιακής Αναγέννησης. Η καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης της γενοκτονίας από το Ελληνικό Κοινοβούλιο και από το Κυπριακό συμβόλιζε την νίκη της ζωής επί του θανάτου, της Αναγέννησης επί της παρακμής, του Διγενή επί του Χάροντα.

Το αίμα χιλιάδων μαρτύρων ανδρών, γυναικών, παιδιών, βρεφών του λαού μας, το αίμα των ανταρτών του αντάρτικου σωτηρίας του Πόντου, ζητούσε δικαίωση. Δεν μπορούσε να μείνει χωρίς μια ημέρα απόδοσης Τιμής, αλλά και αγωνιστικής κινητοποίησης για την αναγνώριση και δικαίωσή του από τους νόμους της ανθρωπότητας.

Στα γεγονότα των διωγμών της περιόδου 1916-1923 πάνω από το 50% του Ποντιακού πληθυσμού υπήρξε θύμα μιας συστηματικά προσχεδιασμένης πολιτικής γενοκτονίας. Γεγονός που επιβεβαιώνεται, εκτός από την Ιστορία των Ποντιακών οικογενειών, από τους διπλωμάτες χωρών όπως η Αυστρία και η Γερμανία, που κάθε άλλο παρά μεροληπτικοί υπέρ των Ελληνικών Ποντιακών θέσεων μπορούν να θεωρηθούν.

Επιβεβαιώνεται από το οδοιπορικό του μπολσεβίκου Ουκρανού στρατάρχη Φρούνζε, όταν δια μέσου του Πόντου έφτασε στην Άγκυρα για να συναντήσει τον Κεμάλ. Όλα μαρτυρούν την προμελετημένη εξολόθρευση ενός λαού, το γκρέμισμα εκκλησιών, μοναστηριών, το κάψιμο χωριών, την καταστροφή ενός πολιτισμού.

Εμείς, οι νέες γενιές των Ποντίων, στη συνειδητοποίηση των επιπτώσεων αυτού του εγκλήματος επί της ύπαρξής μας, βρήκαμε το νήμα της επανασύνδεσης με την Ιστορία μας. Καλύψαμε ένα τεράστιο μορφωτικό, υπαρξιακό, ηθικό κενό. Ενώσαμε το παρελθόν με το μέλλον. Δεν ήμασταν αποκομμένα κομμάτια μιας αποδιαρθρωμένης ιστορίας και μια λαογραφική απλά συνέχεια. Αλλά ήμασταν ένας υπαρκτός λαός, ένα πλούσιο κομμάτι του Περιφερειακού Ελληνισμού με μια ολοκληρωμένη Ιστορία κι ένα μεγάλο πολιτισμό.

Ήμασταν οι απόγονοι, η συνέχεια της αρχαίας Τραπεζούντας, της Κερασούντας, της Σινώπης, της Διοσκουριάδος, των κλασικών πόλεων-κρατών των Μιθριδατών Βασιλέων του Πόντου, της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας που την τελευταία εκατονταετία πριν την πτώση της αποτέλεσε το κέντρο και την ελπίδα του Ελληνισμού.

Ήμασταν η συνέχεια του Αλέξανδρου και του Δημητρίου Υψηλάντη, του Γεωργίου Σκληρού, των Καπετανέων του Ποντιακού Αντάρτικου του Ευκλείδη, του Χαραλαμπίδη, της Πολιτικοθρησκευτικής μας ηγεσίας του Κωνσταντινίδη και του Χρύσανθου.

Αυτή την τρισχιλιετή και πλέον ιστορική συνέχεια και πολιτισμό ήρθε να διακόψει μια συστηματικά επεξεργασμένη πολιτική γενοκτονίας, ως η τελική κατάληξη μιας μακρόχρονης βάρβαρης Οθωμανικής καταπίεσης και βιαιοτήτων.

Εμείς η τρίτη γενιά των Ποντίων αποκτήσαμε αίσθηση, γνώση της Ιστορίας μας, του εαυτού μας, της ζωής μας, του μέλλοντος, του ρόλου μας, των υποχρεώσεων και καθηκόντων μας.

Οι Πόντιοι ανακάλυπταν το όραμα, τον ιστορικό στόχο, την αποστολή που έπρεπε να υπηρετήσουν και αυτό τους ένωνε ψυχικά και ηθικά. Τα πράγματα ήταν πιο πλούσια από το ποιος θα είναι Πρόεδρος στο Σύλλογο. Από εδώ και εμπρός η ζωή και οι σχέσεις στους συλλόγους, την Κιβωτό του Ποντιακού Ελληνισμού στους δύσκολους καιρούς, θα είναι διαφορετικές. Γιατί όλοι είμαστε στρατευμένοι σε μια μεγάλη υπόθεση που ακόμα τώρα ξεκινάει.

Στα παλιά μας σύμβολα, στους παλιούς μύθους, έπρεπε να προσθέσουμε νέα. Έπρεπε να διαμορφώσουμε ένα νέο όραμα, να αναπτύξουμε ελπίδες, να καθορίσουμε στόχους. Γιατί ένας λαός χωρίς ελπίδες και στόχους είναι καταδικασμένος αργά ή γρήγορα να εξαφανισθεί.

Σήμερα είμαστε παντού, είμαστε εκατοντάδες χιλιάδες, πολλοί περισσότεροι από όσοι ήμασταν μετά την γενοκτονία, με δυνατή, σταθερή παρουσία σε όλες τις Ηπείρους.

Για αυτό η Ποντιακή διασπορά στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Γερμανία, τη Σουηδία, την Αυστραλία θα πρέπει να αναλάβει το ρόλο της εμπροσθοφυλακής στην προσπάθεια για την διεθνοποίηση του Ποντιακού ζητήματος και την αναγνώριση της γενοκτονίας. Θα πρέπει να διεκδικήσουν την ανέγερση μνημείων μνήμης του Ποντιακού ολοκαυτώματος στις χώρες που συνεχίζουν την Ποντιακή τους ζωή. Στην Νέα Υόρκη, τη Βόννη, την Οττάβα, στην Μελβούρνη.

Το Ποντιακό ζήτημα δεν έχει κλείσει, δεν είναι ζήτημα της Ιστορίας. Επανεμφανίζεται με τη νέα του μορφή ως ένα πολιτικό Εθνικό μας ζήτημα με περιφερειακές και διεθνείς προεκτάσεις.

Σήμερα μάλιστα οι εξελίξεις το καθιστούν ιδιαίτερα επίκαιρο.

Αυτά είναι τα μηνύματα των καιρών.

Μένει σ΄ εμάς να αναδείξουμε την επικαιρότητά του, κάνοντας εχθρούς και φίλους να αισθανθούν το ιστορικό, πολιτικό και ηθικό βάρος, από το επίπεδο της καθημερινής ζωής στους Εθνικούς Θεσμούς και στα Διεθνή Βήματα.

Όταν οι λαοί επαγρυπνούν και κινητοποιούνται υπέρ της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για νέα ολοκαυτώματα.

Γι΄ αυτό η μνήμη αυτών των επετείων, όπως η σημερινή, δεν είναι μόνο προσφορά τιμής στα θύματα, αλλά και έκκληση προς όλους τους ανθρώπους καλής θέλησης να συμβάλλουν στη δημιουργία εκείνων των συνθηκών ώστε να οικοδομήσουμε ένα μέλλον χωρίς ολοκαυτώματα