Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Πόντιοι στον Μακεδονικό αγώνα - Ο Πόντος και η Μακεδονία είναι δυο αδέλφια


Δρ Γεώργιος Τσακαλίδης

Θεολόγος – Θρησκειοπαιδαγωγός
(Ομιλία στις εκδηλώσεις για τον Μακεδονικό αγώνα στον Μπούρινο Κοζάνης στις 28.09.2014)

Το θέμα το οποίο αποφάσισα να αναπτύξω σήμερα στις εκδηλώσεις για τον Μακεδονικό Αγώνα και τη συμπλήρωση 136 χρόνων από την επανάσταση της επαρχίας Ελίμειας, σχετίζεται τόσο με τον Πόντο, από τον οποίο έλκω την καταγωγή μου, όσο και με την Μακεδονία, στην οποία γεννήθηκα και ζω.

Έχει όμως σχέση ο Πόντος με τη Μακεδονία και τον Μακεδονικό αγώνα; Ο Πόντος και η Μακεδονία είναι δυο αδέλφια, τα οποία η μητέρα τους Ελλάδα εγκατέστησε στα δύο άκρα της να φυλάγουν ως ακρίτες τα σύνορά της. Τη Μακεδονία στο βόρειο άκρο και τον Πόντο στο ανατολικό. Τα δύο αδέλφια  είχαν την κοινή τραγική μοίρα να κρατήσει η δουλεία τους στον τουρκικό ζυγό εκατό περίπου χρόνια παραπάνω. Η αδελφή Μακεδονία με πολλές θυσίες των παιδιών της κατάφερε να ελευθερωθεί. Ο αδελφός Πόντος όμως γνώρισε μόνο το όνειρο και την ελπίδα της ελευθερίας του, όσο κρατούσαν οι νικηφόρες προελάσεις του ελληνικού στρατού στο Μικρασιατικό μέτωπο. Όταν το μέτωπο κατέρρευσε κατέρρευσαν και οι ελπίδες της ελευθερίας του. Όχι μόνο δεν ελευθερώθηκε, αλλά σφάχτηκαν τα παλικάρια, οι γιοι και θυγατέρες του στη συστηματική γενοκτονία που εφάρμοσαν οι Τούρκοι με την υπόδειξη του Γερμανού στρατηγού Otto Liman von Sanders και την ανοχή, αν όχι και συνεργασία, των θεωρουμένων συμμάχων μας. Τα απομεινάρια του ξεριζώθηκαν από τις προαιώνιες πατρογονικές τους εστίες και ρακένδυτα και ταλαιπωρημένα ήρθαν και εγκαταστάθηκαν με τη συνθήκη περί ανταλλαγής των πληθυσμών στη συντριπτική πλειονότητά τους στη Μακεδονία. Άνοιξε η μόλις προ δεκαετίας ελευθερωθείσα Μακεδονία την αγκαλιά της και δέχθηκε σ’ αυτήν τον αγαπημένο και ακριβό της αδελφό.

Παλικάρια όμως από τον Πόντο αποφεύγοντας τη φοβερή καταπίεση που ένοιωθαν στην πατρίδα τους από τον Τούρκο δυνάστη ήρθαν ήδη πριν την ανταλλαγή εθελοντές και υπηρέτησαν για την απελευθέρωση της αδελφής Μακεδονίας, όταν αυτή έδινε τον υπέρ πάντων αγώνα.

Αναφέρω με πολύ συντομία πέντε περιπτώσεις επώνυμων Ποντίων που έδρασαν στον Μακεδονικό Αγώνα.

Μνημονεύω ως πρώτο τον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, που γεννήθηκε το 1877 στη Σαμψούντα. Σε ηλικία 20 ετών ήρθε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό. Το 1904 τον βρίσκουμε διευθυντή του Ημιγυμνασίου Έδεσσας. Με την κάλυψη που του παρέχει η θέση του διευθύνει τα ανταρτικά σώματα της περιοχής με το ψευδώνυμο «Ανδρόνικος». Συνεργάζεται με τον δραστήριο ιερέα «παπα-Σιβένα και το 1913 είναι από τους πρώτους Έλληνες στρατιωτικούς που μπαίνουν στην Έδεσσα, μετά την παράδοση των Τούρκων στα Γιαννιτσά.

Μνημονεύω ως δεύτερο τον Καραβασιλίδη, Κυριάκο, Μακεδονομάχο, γνωστό με το όνομα «καπετάν Λαζός». Γεννήθηκε το 1881 στο χωριό Αναστάς της Κερασούντας. Ταξίδεψε πρώτη φορά στην Ελλάδα σε ηλικία 16 χρονών κι έμαθε την τέχνη του μαρμαρά. Μετά από λίγα χρόνια επέστρεψε στο χωριό του. Εκεί παντρεύτηκε και απόκτησε τέσσερα παιδιά. Επειδή μιλούσε πολύ για την Ελλάδα και την τυραννία των Τούρκων, άρχισε να έχει προβλήματα με τους τελευταίους. Έτσι, βλέποντας ότι κινδύνευε η ζωή του, άφησε την οικογένειά του και ήρθε ξανά στην Ελλάδα, το 1904. Στη συνέχεια πήγε στη Μακεδονία για να πάρει μέρος στο Μακεδονικό αγώνα και έγινε αρχηγός ομάδας. Αργότερα ταξίδεψε στη Ρωσία, όπου εγκαταστάθηκε στη Σεβαστούπολη. Το 1912, όταν άρχισαν οι βαλκανικοί πόλεμοι, γύρισε όλα τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας (κυρίως εκεί όπου υπήρχαν ποντιακές παροικίες), προσπαθώντας να συγκεντρώσει εθελοντές για να βοηθήσουν τον αγώνα των Ελλήνων. Κατόρθωσε να συγκροτήσει ένα σώμα από 300 αγωνιστές, μαζί με τους οποίους επέστρεψε στην Ελλάδα. Συμμετείχε σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων (1912) και των Βουλγάρων (1913), όπως του Μπιζανίου, του Λαχανά, της Τζουμαγιάς, του Κιλκίς. Μετά το τέλος του πολέμου ο Καραβασιλίδης, μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, κατόρθωσε να πλησιάσει και να σκοτώσει το διαβόητο αρχικομιτατζή Αλάλοφ. Γι’ αυτή του την πολεμική δράση τιμήθηκε με πολλά διπλώματα και παράσημα. Μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων γύρισε στον Πόντο, για να επιστρέψει στην Ελλάδα οριστικά ως πρόσφυγας μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Πέθανε το 1939, στη Δραπετσώνα του Πειραιά.

Μνημονεύω ως τρίτο έναν Πόντιο, που συνδέθηκε ιδιαίτερα με την Κοζάνη, τον ναύαρχο Γεώργιο Κακουλίδη. Γι’ αυτόν έγραψε βιβλίο ο στρατηγός Νικόλαος Νικολαΐδης με τίτλο: «Γεώργιος Κακουλίδης, ο ασυμβίβαστος Πόντιος πατριώτης: Μακεδονομάχος, επαναστάτης, βουλευτής, γερουσιαστής 1871-1946».

Ο Κακουλίδης τελείωσε ως πρώτος τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, πράγμα που του έδινε το δικαίωμα μετεκπαίδευσης. Μετεκπαιδεύτηκε για πέντε χρόνια στο ρωσικό ναυτικό και στη σχολή πυροβολικού της Κρονστάνδης. Το 1904 με εντολή της κυβέρνησης πραγματοποίησε περιοδεία στην Ανατολική Ρωμυλία και στην Αδριανούπολη, με το ψεδώνυμο Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος, για να μελετήσει τα σχέδια δράσης των Βουλγάρων. Τον ίδιο χρόνο τοποθετήθηκε στο προξενείο Θεσσαλονίκης ως βοηθός, προετοιμάζοντας τον Μακεδονικό Αγώνα, με το ψευδώνυμο Μιχαήλ Αριστείδου. Το Μάρτιο του 1904, μετά από πρόσκληση του πρόξενου στη Θεσσαλονίκη Λάμπρου Κορομηλά, παραιτήθηκε από το Ναυτικό και εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία. Έτσι έλαβε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα για τρία ολόκληρα χρόνια. Γνώστης της τουρκικής, γαλλικής και ρωσικής γλώσσας, υποδυόταν τον αγωγιάτη για να μπορεί να ταξιδεύει στην ύπαιθρο, ή έκανε τον υπηρέτη του προξενείου. Χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές από τον καπετάν Ακρίτα (Κωνσταντίνο Μαζαράκη – Αινιάν), γενικό αρχηγό των αντάρτικων ομάδων της Μακεδονίας, σε διάφορες αποστολές.

Τον Μάρτιο του 1905 οργάνωσε ένοπλο αντάρτικο σώμα και έδρασε ως καπετάν Δράγας στην Αξιούπολη και την Γευγελή. Τον ίδιο χρόνο αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια μιας μάχης. Απελευθερώθηκε με τη μεσολάβηση του Κέντρου Θεσσαλονίκης και φυγαδεύτηκε στην Αθήνα.

Το 1912-1913 πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ακολούθησε τον συμμαχικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη το 1918, ενώ ως αρχηγός Θωρηκτής Μοίρας (28 Σεπτεμβρίου 1918-19 Νοεμβρίου 1919) παραβρέθηκε στην κατάληψη της Σμύρνης τον Μάιο του 1919. Αποστρατεύτηκε το 1921 με τον βαθμό του αντιναυάρχου. Συνδέθηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Σώζεται μάλιστα η αλληλογραφία που είχαν οι δύο άνδρες. Η Κοζάνη με τον μεγάλο προσφυγικό πληθυσμό που δέχθηκε στα εδάφη της προσήλκυσε το ενδιαφέρον του. Εκλέχτηκε επανειλημμένα  βουλευτής Κοζάνης (1923, 1926, 1936) και γερουσιαστής Κοζάνης (1929-1933) με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Βενιζέλος τον προήγαγε μάλιστα σε Γενικό Διοικητή Θράκης (1929-1930), που αντιστοιχούσε με υπουργική θέση.

Εκείνοι όμως οι Πόντιοι που σφράγισαν την προσφορά τους στον Μακεδονικό αγώνα με τη θυσία του αίματός τους είναι οι δύο Μητροπολίτες Κορυτσάς  Φώτιος Καλπίδης και Γρεβενών Αιμιλιανός Λαζαρίδης. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ έστειλε στη Μακεδονία νέους ενθουσιώδεις και τολμηρούς επισκόπους, που αναπτέρωσαν το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων της Μακεδονίας. Οργίαζαν τότε οι Βούλγαροι και οι Ρουμανίζοντες. Καταλάμβαναν τον ένα μετά τον άλλο τους ναούς των Ελλήνων και εγκαθιστούσαν δικούς τους ψευδοιερείς.

Η οικογένεια του Φώτιου Καλπίδη
Η οικογένεια του Φώτιου Καλπίδη

Ο Φώτιος Καλπίδης γεννήθηκε στο χωριό Τσαγράκ της Κερασούντας. Η οικογένειά του ήταν αρχοντική παρά την πολυτεκνία της. Μπορούσε να τον σπουδάσει σε οποιοδήποτε Πανεπιστήμιο. Εκείνος από μικρός διάλεξε το ιερατικό στάδιο. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης και αναδείχθηκε δρ της Θεολογίας. Επέστρεψε στην Κερασούντα και ανέλαβε την ευθύνη λειτουργίας όλων των σχολείων της. Ο Πατριάρχης τον κάλεσε στην Πόλη, τον χειροτόνησε διάκονο, πρεσβύτερο. Του ανέθεσε λόγω των εξαιρετικών προσόντων του την αρχιγραμματεία της Συνόδου και τη σύνταξη του επίσημου δημοσιογραφικού οργάνου του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια». Το 1904 τον χειροτονεί Επίσκοπο και τον στέλνει στη χειμαζόμενη επαρχία της Κορυτσάς, που τότε υπαγόταν στη Μακεδονία. Κατά τη θερμή υποδοχή που του επεφύλαξαν είπε: «Έρχομαι από την Ανατολή στη δυτική τούτη επαρχία της Ελληνικής Εκκλησίας για να ταυτίσω το υπόλοιπο του βίου μου με τη ζωή και τις τύχες τις δικές σας. Και το ταύτισε όντως. Περιοδεύει όλα τα χωριά της επαρχίας του και στηρίζει και ενθαρρύνει τους υποφέροντες Έλληνες. Είναι η εποχή που στα χέρια των Ελλήνων βρίσκονται το εμπόριο, η παραγωγή, οι τέχνες, τα γράμματα. Είναι το κάρφος στα μάτια των Αρβανιτών μουσουλμάνων. Αυτοί αρπάζουν το βιός των Ελλήνων, καίνε τις εκκλησίες τους και ρημάζουν τα σχολεία τους, απομυζούν τον ιδρώτα τους και καταστρέφουν τα δημιουργήματα του πνεύματος και των χεριών τους. Ο Φώτιος επιβάλλεται με την ακέραιη ηθική και πνευματική του προσωπικότητα. Ομολογεί ο Γερμανός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Jena Gesslor σε σύγγραμμά του: «τέτοιον άντρα, με τόση βαθιά μόρφωση, τέτοιο ήθος και τόση αποφασιστικότητα δεν έχω συναντήσει». Η δράση του είναι μεγάλη, αλλά η φροντίδα, για την προσωπική του ασφάλεια μηδαμινή. Τον Ιούνιο του 1906 άνθρωποι του Αθανάσιου Κωστούρη, ορθόδοξου Αλβανού  με πολυπρόσωπη συνεργασία με τα ανθελληνικά στοιχεία του τόπου, πράκτορα της ρουμανικής προπαγάνδας και φίλου στενού του μισέλληνα Τούρκου διοικητή της Κορυτσάς, πηγαίνουν στο χωριό Πλιάσσα, καταλαμβάνουν αυθαίρετα την εκκλησία και  αρχίζουν τις βαρβαρότητες σε βάρος των κατοίκων. Πληροφορείται τα γεγονότα ο Φώτιος και σπεύδει  στην Πλιάσσα. Ελευθερώνει την εκκλησία, αλλά δέχεται επίθεση με πέτρες των οργάνων του Κωστούρη, που τον τραυματίζουν αρκετά σοβαρά. Οι Έλληνες αρχίζουν και ανησυχούν για την ασφάλεια του αγαπημένου τους δεσπότη. Τον παρακαλούν να προσέχει και να περιορίσει τις περιοδείες του. Η απάντησή του αποστομωτική: «Αν πρέπει να κάμω όπως μου λέτε, τότε για ποιο λόγο μ’ έστειλαν εδώ από την Πόλη; …Τί θα πουν οι χριστιανοί μου, όταν δουν ότι ο ποιμενάρχης τους λιποτάκτησε από φόβο κι αφήνει απροστάτευτο το ποίμνιό του; Είμαι στρατιώτης της Εκκλησίας»

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1906 ο Φώτιος ξεκίνησε για το χωριό Βρατοβίτσα. Τον συνόδευαν ο πρωθιερέας Ιωσήφ, ό διάκος και ο κλητήρας της μητρόπολης. Την άλλη μέρα θα τελούσε τα εγκαίνια του ναού του χωριού, καθώς και τη θεία λειτουργία. Κατά το ηλιοβασίλεμα και σ’ απόσταση δρόμου ενός τέταρτου της ώρας από το χωριό είχαν στημένη την ενέδρα τους οι δολοφόνοι. Μια ομοβροντία έριξε το Φώτιο από το άλογό του νεκρό κάτω στο έδαφος.

Μνημονεύω ως τελευταίο τον Μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανό Λαζαρίδη, που γεννήθηκε στο Ικόνιο από Πόντιους γονείς το 1877. Οι γονείς του είχαν εκτός απ’ αυτόν άλλα οχτώ παιδιά.  Σε ηλικία 31 ετών τοποθετείται βοηθός επίσκοπος Πέτρας στη Μητρόπολη Μοναστηρίου. Τον δεκαπενταύγουστο του 1908 κινδύνευε με  κατάληψη από Βούλγαρους ο ναός του μικρού χωριού Κλαμπουτίστης. Ο Αιμιλιανός ταμπουρώθηκε μέσα στο ναό με λίγους Χριστιανούς και παρέμεινε εκεί όλη τη νύχτα. Έξω ωρύονταν και απειλούσαν οι Βούλγαροι. Ο Τούρκος αστυνομικός διευθυντής τον παρακάλεσε για την αποφυγή επεισοδίων να εγκαταλείψει τον ναό. Η απάντηση του Αιμιλιανού ήταν αφοπλιστική. «Μόνο νεκρός βγαίνω από μέσα». Αναγκάστηκαν οι Βούλγαροι να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και έτσι σώθηκε ο ναός.  Στη συνέχεια αναδεικνύεται σε Μητροπολίτη Γρεβενών, για να αντικαταστήσει τον Μητροπολίτη Αγαθάγγελο, που απομακρύνθηκε με απαίτηση της Υψηλής Πύλης, γιατί εκφωνούσε λόγους που ερέθιζαν τα πνεύματα, ερχόταν σε επαφή με προξένους άλλων χωρών.

Για τον Αιμιλιανό Λαζαρίδη έγραψε υπέροχη μονογραφία ο Γιάννης Παπαδημητρίου, την οποία επανεξέδωσε με πολλά συμπληρωματικά στοιχεία ο εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Απόστολος Παπαδημητρίου το 2011, με τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από το θάνατό του. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς για να βεβαιωθεί για την προσφορά της Εκκλησίας στον Μακεδονικό αγώνα. Με την ευκαιρία αυτή να υπενθυμίσω ότι δύο από τα έξι μέλη της προσωρινής επαναστατικής Κυβέρνησης της επαρχίας Ελίμειας είναι ιερείς: Ο Χριστόδουλος, αρχιερατικός επίτροπος Βεντσίων και ο π. Ιωάννης, εφημέριος στην Κοζάνη. Διαβάζοντας όμως κανείς το βιβλίο για τον Αιμιλιανό σχηματίζει ολοκληρωμένη εικόνα για τον Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη και την απήχηση που είχε ο θάνατός του στην απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να γευτεί τα αγαθά της Ελεύθερης Μακεδονίας. Την 1η Οκτωβρίου του 1911, ένα χρόνο πριν την απελευθέρωση της Μακεδονίας, έγινε το ιερό σφάγιο μαζί με τον διάκο του και τον αγωγιάτη του, τους οποίους κατακρεούργησαν οι Ρουμανίζοντες με τη βοήθεια των τουρκικών αρχών. Η άγρια δολοφονία του συγκίνησε τον απανταχού ελληνισμό, ξεσήκωσε κύματα διαμαρτυρίας εναντίον της τουρκικής βαρβαρότητας και επέσπευσε το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας στη Μακεδονία. Σε 16 μόλις μήνες που πρόλαβε να ποιμάνει τη Μητρόπολη Γρεβενών πρόσφερε τόσα, όσα δεν προσφέρουν άλλοι σε όλη τους τη ζωή.

Μιλήσαμε για πέντε επώνυμους Ποντίους που πρόσφεραν τους κόπους τους, αλλά και το αίμα τους στον Μακεδονικό αγώνα.  Η θυσία τους έχει όλως ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτή προσφέρεται την ίδια εποχή που ο Πόντος ματώνει από τη βία και την αυθαιρεσία των Τούρκων εις βάρος των Ρωμιών και αναγκάζονται τα παλικάρια του να πάρουν τα βουνά, να σχηματίσουν ανταρτικές ομάδες, να πάρουν μαζί τους στα βουνά και χιλιάδες γυναικόπαιδα, για να τα προφυλάξουν από την ατίμωση και τον ξολοθρεμό. Υπήρξε πλήρης αλληλεγγύη των Ποντίων στον αγώνα της Μακεδονίας.

Στα σχολεία του Πόντου καλλιεργούνταν η αγάπη προς την Πατρίδα και ιδιαίτερα προς την αγωνιζόμενη για την ελευθερία της Μακεδονία. «Τραντάζαμε τα τζάμια της αίθουσας», γράφει ο γεννημένος στην Τραπεζούντα Δημήτρης Ψαθάς, «όταν τραγουδούσαμε μαζί με τους δασκάλους μας τα ηρωικά τραγούδια»: Ένα από αυτά ήταν αφιερωμένο στη Μακεδονία.

«Απορώ, Μακεδονία, πώς βαστάς υπομονή,
όταν βλέπεις τα παιδιά σου  μέρα νύχτα στη σφαγή».

Αυτή τη σύμπνοια και την αλληλεγγύη έδειξαν και οι Μακεδόνες Έλληνες, όταν έσπευσαν να ελευθερώσουν τον ελληνισμό της Μ. Ασίας, δεν πρόλαβαν όμως δυστυχώς να φτάσουν μέχρι τον Πόντο. Η προσπάθεια απέτυχε εξαιτίας της δικής μας διχόνοιας και των δικών μας λαθών, αλλά και εξαιτίας πλήρους αλλαγής στάσης και στρατοπέδου των θεωρουμένων συμμάχων μας. Κέρδος η ελευθερία της Μακεδονίας. Ζημία η οριστική απώλεια του Πόντου. Πόντιοι και Μακεδόνες όμως έδειξαν στις δύσκολες περιστάσεις την απαραίτητη ομοψυχία ως μέλη στον ίδιο εθνικό κορμό. Εφάρμοσαν τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «όταν πάσχει ένα μέλος συμπάσχουν όλα τα υπόλοιπα μέλη και όταν τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα υπόλοιπα μέλη». Αυτή η σύμπνοια και αλληλεγγύη όλων μας είναι απαραίτητη και σήμερα, για να ξεπεράσουμε όλοι μαζί τη δυσκολία της κρίσης που διερχόμαστε.

Πηγή: Κοζάνη