Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Διδασκαλία του Ποντιακού τραγουδιού - Σπουδή ή βίωμα

Διδασκαλία του Ποντιακού τραγουδιού - Σπουδή ή βίωμα
Διδασκαλία του Ποντιακού τραγουδιού - Σπουδή ή βίωμα

Εισήγηση του Γιάννη Γκόσιου (Ερμηνευτή - Καθηγητή μουσικής) στην επιστημονική ημερίδα της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα: "Η Ποντιακή μουσική στον 21ο αιώνα".

Τις περισσότερες φορές που βρίσκομαι πίσω από ένα μικρόφωνο, βρίσκομαι για να ερμηνεύω. Σήμερα τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος, καθώς βρίσκομαι πλάι σε νέους και αξιόλογους επιστήμονες του ποντιακού χώρου και όχι μόνο. Έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να σας εκφράσω τις απόψεις, τους προβληματισμούς μου, αλλά και κάποια συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει, μέσα από την ενασχόληση μου με το ποντιακό τραγούδι ως ερμηνευτής και ως καθηγητής μουσικής, σε ότι αφορά την διδασκαλία του ποντιακού τραγουδιού.

Μέσα από την ενασχόληση μου λοιπόν  με το ποντιακό τραγούδι αλλά και με τις μουσικές σπουδές, προσπάθησα και προσπαθώ καθημερινά να διδάσκομαι και να βελτιώνομαι. Να διδάσκομαι διαβάζωντας, ρωτώντας, αλλά  πλεον και διδάσκοντας το ποντιακό τραγούδι. Κατά τη διάρκεια της επίπονης αυτής διαδικασίας πέρασα από διάφορα στάδια μέχρι  και σήμερα, αντιμετώπισα διάφορες δυσκολίες, κατέληξα όμως και σε πολλά χρήσιμα συμπεράσματα.

Είναι γεγονός ότι κάθε νέος ερμηνευτής στο ξεκίνημα του έχει ένα πρότυπο. Έναν άνθρωπο που είτε είναι καλλιτέχνης, είτε είναι πρόσωπο από το οικογενειακό του περιβάλλον που τραγουδά έστω και ερασιτεχνικά. Αυτό το πρότυπο αποτελεί συνήθως το κίνητρο, που ένας νέος θα θελήσει να ασχοληθεί με το ποντιακό τραγούδι. Όσο όμως τα χρόνια παιρνούν, τέτοια πρόσωπα όπως για παράδειγμα οι παππούδες πρώτης και δεύτερης γενιάς δεν τα έχουν πλάι τους οι νεότεροι, ώστε να λάβουν τα ίδια ερεθίσματα. Επομένως το κύριο πρότυπο τις περισσότερες φορές σήμερα, είναι κάποιος επώνυμος ερμηνευτής.

Άλλωστε δεν είναι λίγες οι φορές που συναντούμε παιδιά που ξεκινούν την ενασχόλησή τους με το ποντιακό τραγούδι, να εμφανίζονται σε διάφορες εκδηλώσεις και ακούγοντας την ερμηνεία τους να διαπιστώνουμε αρκετά προβλήματα κυρίως στην προφορά τους, στην κατανόηση του στίχου ή ακόμη και την «κατάκτηση» του στίχου που ερμηνεύουν. Συχνά ακούω τις φράσεις «σύρω τ’ ωτία σ’» από παλαιότερους ή «μα καλά δεν βρέθηκε κανένας να του πει πως να το τραγουδήσει ή τι σημαίνει αυτό το τραγούδι;». Γίνεται άραγε ένα νέο παιδί όταν έχει μεγαλώσει στην πόλη να είχε την τύχη για ανάλογα ερεθίσματα ή τους κατάλληλους ανθρώπους στο περιβάλλον του να το βοηθήσουν; Και εδώ προκύπτει το ηθικό δίλημμα: τι είδους ερμηνευτές θέλουμε; Θέλουμε νέους ερμηνευτές με δυνατότητες βελτίωσης ή δεν θέλουμε καθόλου νέους ερμηνευτές; Θεωρώ πως η απάντηση σε κάτι τέτοιο είναι αυτονόητη.

Σε αυτό το σημείο, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον ένα νέο παιδί που θα θελήσει να ασχοληθεί με το ποντιακό τραγούδι, θα μπορέσει να λάβει τις σωστές βάσεις, όταν δεν υπάρχουν οι παλαιότεροι πλάι του. Εγώ είχα την τύχη να μεγαλώσω πλάι στους παππούδες μου (δεύτερης γενιάς), οι οποίοι γνώριζαν την ποντιακή μουσική μας παράδοση. Σίγουρα μικρότερος δεν μπορούσα να το αντιληφθώ, όσο όμως τα χρόνια περνούν ολοένα και περισσότερες είναι οι στιγμές που αντιλαμβάνομαι, πόσο σημαντικό ήταν αυτό για τη δική μου προσπάθεια στο ποντιακό τραγούδι. Πώς όμως ένας νέος που δεν μεγάλωσε σε τέτοιο περιβάλλον, θα μπορέσει να ασχοληθεί ξεκινώντας από το μηδέν και χωρίς αντίστοιχα ερεθίσματα. Έτσι λοιπόν προέκυψε η ανησυχία μου για την δημιουργία μιας μεθοδολογίας εκμάθησης ποντιακού τραγουδιού, στηριζόμενη στις μουσικές γνώσεις, την γνώση της ποντιακής διαλέκτου αλλά και τη μελέτη των λαογραφικών στοιχείων που συνοδεύουν κάθε τραγούδι, παράλληλα όμως με την απόπειρα ερμηνείας και όχι μόνο με τις θεωρητικές γνώσεις, που φυσικά είναι πάρα πολύ σημαντικές.

Ξεκινώντας από τις μουσικές γνώσεις και λαμβάνοντας υπόψιν τις παραμέτρους και τις απαιτήσεις του σήμερα, θα πρέπει κάθε νέος ερμηνευτής να γνωρίζει πρώτα απ’ όλα μουσική. Να γνωρίζει τη γλώσσα της μουσικής με την οποία θα καταφέρει να συναναστραφεί με μουσικούς, γιατί όχι και άλλων ειδών μουσικής, αλλά κυρίως να γνωρίζει τι είναι μουσικά αυτό που ερμηνεύει. Πιο συγκεκριμένα, κάθε τραγούδι ανήκει σε μια κλίμακα, έχει ρυθμό και ερμηνεύεται κινητικά μέσα από κάποιο χορό. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά που οφείλει να γνωρίζει κάθε νέος ερμηνευτής, ακόμη κι αν αυτό χρειαστεί πέρα από την μουσική θεωρία, να παρακολουθήσει και μαθήματα ποντιακών χορών. Έχω ακούσει πολύ συχνά από παλαιότερους να λένε πως στη μουσική ο,τι γίνεται ,για τον χορευτή γίνεται. Ο λυράρης, ο ερμηνευτής και κάθε μουσικός, έχει άμεση σχέση με τον χορευτή. Εδώ θα ήθελα να καταθέσω πως η ποντιακή μουσική σύμφωνα με όσα τραγούδια παραδοσιακά έχουμε στη διάθεση μας προς μελέτη, αποτελείται από συγκεκριμένες κλίμακες και ρυθμούς. Δυο δηλαδή βασικά στοιχεία τα οποία θεωρώ πως θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν μαζί με τον στίχο, για τη δημιουργία νέων ποντιακών τραγουδιών. Άρα λοιπόν οι μουσικές γνώσεις είναι σημαντικό να υπάρχουν και για να μπορεί ένας νέος ερμηνευτής να ξεχωρίσει, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποντιακής μουσικής , αλλά και γιατί όχι και να αποπειραθεί να συνθέσει ακόμη ένα νέο ποντιακό τραγούδι.

Στη συνέχεια περνάμε στο σημαντικότερο κομμάτι γνώσεων ενός νέου ερμηνευτή της ποντιακής μουσικής, που δεν είναι άλλο από τη γνώση της ποντιακής διαλέκτου. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, ιδίως με το Πρόγραμμα Δια Βίου Μάθησης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με θέμα «Διδασκαλία της Ποντιακής Διαλέκτου σε Ενήλικες». Βέβαια δεν θα ήθελα να αδικήσω και αρκετούς συλλόγους, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει εδώ και κάποια χρόνια , τμήματα εκμάθησης ποντιακής διαλέκτου. Ωστόσο θεωρώ πως θα μπορούσαν αντίστοιχες προσπάθειες να γίνουν ακόμη περισσότερες και πιο επιστημονικά κατοχυρωμένες. Η ενασχόληση μου λοιπόν, με την εκμάθηση του ποντιακού τραγουδιού σε παιδιά ηλικιών πεντέμισι έως εννέα με οδήγησε στο συμπέρασμα, πως ένας πολύ ευχάριστος τρόπος για την εκμάθηση της ποντιακής διαλέκτου είναι το ίδιο το ποντιακό τραγούδι. Η μίμηση της προφοράς από τον δάσκαλο με την χρησιμοποίηση των συμβατικών στοιχείων προφοράς, η απόδοση στην νεοελληνική η οποία τους αποκαλύπτει το νόημα των λέξεων, αλλά και την ίδια την ιστορία του κάθε τραγουδιού, που ξετυλίγεται ίσως σαν παραμύθι μπροστά τους, έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Ωστόσο είναι σημαντικό να τονιστεί πως σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν αντικαθιστά την μεθοδολογία εκμάθησης της ποντιακής διαλέκτου των διαφόρων τμημάτων που έχουν δημιουργηθεί, τα οποία θεωρώ πως θα πρέπει έπειτα και σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία να παρακολουθήσουν κυρίως αυτά τα παιδιά που θα ασχοληθούν με το ποντιακό τραγούδι.

Στη συνέχεια με την απόδοση στην νεοελληνική και με την πλήρη γνώση του τι σημαίνει κάθε λέξη και ποιο είναι το νόημα του κάθε τραγουδιού συνολικά, μπορούμε να περάσουμε στα λαογραφικά του στοιχεία. Να αρχίζει ο κάθε νέος ερμηνευτής έχοντας τις μουσικές γνώσεις να ξεχωρίσει τις μουσικές ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, τους ιδιωματισμούς κάθε περιοχής, τους χορούς αλλά και τις κατηγορίες των τραγουδιών σύμφωνα με τη θεματική τους. Δεν θα ερμηνεύσουμε, για παράδειγμα, ένα τραγούδι του γάμου με τον ίδιο τρόπο που θα ερμηνεύαμε ένα τραγούδι της ξενιτιάς. Επίσης να εξετάσει το φυσικό  περιβάλλον αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο που διαδραματίζονται όλα όσα ένα ποντιακό τραγούδι περιγράφει. Σημαντικό ρόλο σε αυτό τον προσδιορισμό έχει η χρήση του χάρτη του Πόντου κατά την μελέτη ενός τραγουδιού και πριν  από την ερμηνεία του. Απώτερος σκοπός, είναι ακόμη και από το άκουσμα μιας ακόμη μελωδίας ή ενός στίχου, ένας νέος ερμηνευτής να μπορεί να ξεχωρίσει την προέλευση ενός τραγουδιού, όταν φυσικά με βεβαιότητα είναι γνωστή η περιοχή προέλευσης του , καθώς όπως πολλοί γνωρίζουμε, ακόμη και σήμερα κάποια τραγούδια τα διεκδικούν εκπρόσωποι δύο ή και περισσότερων περιοχών.

Σε ερμηνευτικό επίπεδο και σε ότι αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά, είναι εφικτό να αποδοθούν πάντοτε σύμφωνα με τις δυνατότητες του κάθε ερμηνευτή. Ωστόσο το ύφος του ποντιακού τραγουδιού, τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορεί να κάνει τον εκάστοτε νέο ερμηνευτή να το αποκτήσει. Θεωρώ δηλαδή, πως με το να δοθεί ένα πεντάγραμμο με την κίνηση της μελωδίας και προφέροντας σωστά τις λέξεις που περιλαμβάνει ένα τραγούδι, δεν θα μπορέσει κάποιος να ερμηνεύσει ποντιακά, έτσι ώστε το αποτέλεσμα της ερμηνείας να αγγίζει τα γνήσια ηχοχρώματα. Σε αυτό το σημείο είναι που, η όποια μεθοδολογία διδασκαλίας του ποντιακού τραγουδιού «σηκώνει τα χέρια ψηλά».

Υπάρχουν όμως σκέψεις και τρόποι, με τις οποίες γίνεται η απόπειρα, μέσα από τις διάφορες καταγραφές που έχουμε στη διάθεση μας και με τη συνεχή ακρόασή τους, αυτό το ύφος να μπορέσει να το μιμηθεί και να το κάνει «κτήμα» του κάθε νέος ερμηνευτής. Όχι ωστόσο ανεξέλεγκτα και μέσα από το διαδίκτυο,

γιατί εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος, είτε αυτό που θα ακούσει να μην είναι η πρότυπη καταγραφή, είτε να μην ακούσει σωστά κάποιες λέξεις, λόγω του γεγονότος πως οι καταγραφές αυτές δεν ακούγονται καθαρά. Επίσης η απόπειρα ερμηνείας ενός τραγουδιού μπορεί να είναι λανθασμένη ή και αδύνατη, χωρίς την ανάλογη καθοδήγηση στο μάθημα ποντιακού τραγουδιού. Με βεβαιότητα όμως θα έλεγα πως είναι αδύνατο μια μουσική καταγραφή να αντικαταστήσει τις μουσικές εμπειρίες και τα βιώματα ανθρώπων, οι οποίοι μεγάλωσαν σε τέτοιο περιβάλλον, το οποίο τους παρείχε όλα αυτά τα ακούσματα συνδυαζόμενα πάντα και με τις ιστορίες που συνοδεύουν κάθε τραγούδι. Με το πως δηλαδή ένα δίστιχο έχει γραφτεί μέσα από τα βιώματα και τις στιγμές ανθρώπων πρώτης και δεύτερης κυρίως γενιάς. Ιστορίες που σε βοηθούν να αποκτήσεις την ανάλογη ψυχολογία, να μπεις στο κλίμα ενός τραγουδιού, να δημιουργήσεις εικόνες που θα σε ταξιδέψουν, ώστε να αποδώσεις σωστά ένα παραδοσιακό ποντιακό τραγούδι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να μου λέει ο γνωστός σε όλους μας τραγουδιστής ο Αχιλλέας Βασιλειάδης, πως ένα ταξίδι μου στον Πόντο θα άλλαζε τον τρόπο ερμηνείας μου. Αυτό το βιώνω από την πρώτη κιόλας στιγμή που βρέθηκα στον Πόντο, μέχρι και σήμερα.

Μέσα λοιπόν από την εμπειρία μου και την προσπάθειά μου να διδάξω το ποντιακό τραγούδι, διαπίστωσα πως παιδιά που δεν είχαν καμία επαφή, μέχρι πρότινος, με την ποντιακή μουσική, είχαν μεγάλες δυσκολίες στην προφορά, δηλαδή να κατανοήσουν την μελωδία και να προσπαθήσουν να την ερμηνεύσουν. Εν αντιθέσει με παιδιά τα οποία μεγάλωσαν σε περιβάλλον με ερεθίσματα και εμπειρίες, τα οποία αν δεν γνώριζαν ήδη αρκετές μελωδίες, λέξεις και προφορές, τουλάχιστον τις κατανοούσαν και τις απέδιδαν με μεγαλύτερη ευκολία.

Άρα λοιπόν κατέληξα στο συμπέρασμα, πως σαφώς η σπουδή του ποντιακού τραγουδιού έχει να προσφέρει πολλά και σημαντικά σε έναν νέο ερμηνευτή, ωστόσο το βίωμα είναι κάτι που σαφώς δεν διδάσκεται, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί το βασικότερο χαρακτηριστικό για έναν νέο ερμηνευτή του ποντιακού τραγουδιού. Ευελπιστώ πως οι μουσικές καταγραφές θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν αρκεί να έχεις βιώματα για να τραγουδήσεις σωστά ποντιακά. Δεν αρκεί να έχεις γνώσεις για να τραγουδήσεις με το ανάλογο ύφος τα ποντιακά. Η σπουδή του ποντιακού τραγουδιού δεν αντικαθιστά το βίωμα, ούτε το βίωμα αναιρεί την ανάγκη απόκτησις γνώσεων και αποσαφήνισης λεπτομερειών, που μέσα από την εμπειρία δεν μπορείς να αποκτήσεις. Η σπουδή λοιπόν συμπληρώνει το βίωμα και το βίωμα συμπληρώνει τη σπουδή, για κάθε νέο ερμηνευτή.