 |
| Κυριάκος Καραγιαννίδης: Ο, Ποντιακής καταγωγής, Δραμινός ερασιτέχνης ηθοποιός μας βάζει μέσα στον ιδιότυπο και πολυπρόσωπο, προσωπικό του κόσμο |
του Θρασύβουλου Πεγγαρά
Ας μιλήσουμε για κάτι δυσεύρετο στην εποχή μας. Την αυθεντικότητα. Και πιο συγκεκριμένα την αυθεντικότητα ενός καλλιτέχνη. Το πώς ορίζει βέβαια κάνεις την τέχνη είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, την οποία έχουμε περιεργαστεί σε προηγούμενα άρθρα, και θα το κάνουμε φυσικά και σε επόμενα, γιατί αυτή είναι μια συζήτηση που δεν τελειώνει ποτέ. Τέχνη είναι φυσικά η ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν, ή μια ελαιογραφία του Γκόγια, τέχνη είναι και μια παράσταση θεάτρου σκιών του Καραγκιόζη. Το εύρος της έννοιας είναι μεγάλο. Το νερά της τέχνης είναι βαθιά, και ευκολά κάποιος μπορεί να πνιγεί. Ειδικά αν ο δυνητικός κολυμβητής είναι μαθημένος στα ρηχά.
Η αυθεντικότητα σε έναν καλλιτέχνη θα μπορούσε να πει κανείς, είναι η απόλυτη ευθυγράμμιση ανάμεσα στον εσωτερικό του κόσμο και στο έργο του, χωρίς ψεύτικα τεχνάσματα, χωρίς προσποίηση. Ο αυθεντικός καλλιτέχνης εκφράζει τα πραγματικά του συναισθήματα, ακόμα κι όταν αυτά είναι ευάλωτα ή κάπως ακατάστατα. Πειθαρχεί μόνο στην εσωτερική του φωνή και σε κανέναν άλλο. Δημιουργεί επειδή το έχει ανάγκη και όχι για να ακολουθήσει τις εμπορικές τάσεις της εποχής. Εξού και υπάρχει μια αλήθεια στη στάση και στη ζωή του, η οποία περνάει ατόφια μέσα στο έργο του. Οι άνθρωποι νιώθουν την αλήθεια και αντιλαμβάνονται πότε κάτι είναι γνήσιο. Κάτι που κάνει τη σύνδεση μεταξύ κοινού και καλλιτέχνη, βαθιά, ουσιαστική και αδιάρρηκτη.
Η τελειότητα συχνά δεν αφορά κανέναν. Μια τεχνικά «τέλεια» δημιουργία μπορεί να αφήσει τον θεατή αδιάφορο, ενώ ένα ατελές αλλά αληθινό έργο να τον αγγίξει βαθιά. Σε έναν κόσμο που συχνά ομογενοποιεί τα πάντα, η διατήρηση της προσωπικής ταυτότητας είναι μια υψίστη πράξη ελευθερίας, και η πιο σθεναρή μορφή αντίστασης.
Κυριάκος Καρά: «20 διαφορετικοί άνθρωποι ζουν μέσα μου»
Ο «Π.Τ.» μιλάει με έναν Δραμινό από το Οχυρό Νευροκοπίου, τον οποίο σίγουρα έχουν γνωρίσει τα τελευταία χρονιά πολλοί, λόγω του ιδιότυπου και γνήσιου ταλέντου του. Ο λόγος για τον σατυρικό καλλιτέχνη που ακούει στο όνομα Κυριάκος (Καρά) Καραγιαννίδης, ή Μύτος, ή Παναίλα, ή γιαγιά Ποινή, ή σε οποιοδήποτε άλλο όνομα από τις υπόλοιπες 20 περσόνες που έχει δημιουργήσει και με επιτυχία υποδύεται: «Ξεκίνησα να κάνω ποντιακά βιντεάκια, γενικά σκετσάκια ποντιακά, από το 2024. Βέβαια μέχρι τότε δεν έγραφα, δεν ήξερα ότι μπορώ να γράψω. Μέσα από αυτά τα σκετσάκια όμως, ανακάλυψα ότι μπορώ να γράψω ένα σενάριο. Ανακάλυψα ότι έχω και κάποιες σκηνοθετικές, στιλιστικές, και άλλες δυνατότητες. Το σημαντικότερο όμως μέσα από αυτά τα βιντεάκια που κάνω, είναι ότι ανακάλυψα εμένα, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Το πιο σημαντικό όμως, πέραν του χιουμοριστικού χαρακτήρα που έχουν τα βίντεο μου, είναι ότι ακούγεται η ποντιακή διάλεκτος στα social media και παντού. Γιατί μου στέλνουν πολλά μηνύματα, και νέοι άνθρωποι ως επί το πλείστον, που μου λένε ότι μέσα από τα βίντεο αυτά μαθαίνουν ποντιακά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Έχω δημιουργήσει 20 χαρακτήρες που βοηθούν στη διάδοση της ποντιακής διαλέκτου. Όλοι αυτοί έχουν κάτι από εμένα. Βέβαια σε διαφορετικούς ρόλους ο καθένας και με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Όλα αυτά είναι βιώματα που είχα ως παιδάκι, γιατί έχω ζήσει και έχω μεγαλώσει στο χωριό. Και λίγο-πολύ, σε όλα τα χωριά συναντάμε αυτούς τους χαρακτήρες. Τη θεία, την πεθερά, τη γιαγιά, τον παράξενο θείο. Όλα ξεκίνησαν λοιπόν με το προξενιό του Μύτου. Ο Μύτος είναι ένα αγαπημένο παιδί-πρόσωπο. Αλλά το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο σε όλα αυτά που κάνω είναι η μαμά του, η θεία η Ποινή. Το όνομά της είναι Δέσποινα βέβαια, Ποινή λέγεται στα ποντιακά. Αυτή η φιγούρα είναι κάτι που μου θυμίζει πολύ μία θεία που είχα εδώ στο χωριό.
Ότι κάνω είναι βιωματικό. Τώρα σε αυτή τη φάση, αυτά που κάνω βρίσκονται στο δεύτερο κύκλο, που ονομάζεται «Πεθερές και νύφες». Μέχρι στιγμής έχω κάνει 21 επεισόδια και συνεχίζω. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αλήθεια, καταλαβαίνει πότε αυτό που κάνεις είναι προσποιητό και πότε όχι. Εγώ αυτό το έχω κερδίσει με τον κόσμο. Τώρα το καλοκαίρι ήμουν σε πολλές εκδηλώσεις και πανηγύρια, και αυτό που με έκανε πιο χαρούμενο από όλα, ήταν όχι ότι ο κόσμος μου έλεγε «Κυριάκο, μου αρέσουνε τα βίντεο σου και τα βλέπω και γελάω». Αυτό που με έκανε ευτυχισμένο είναι που μου λέγανε «Κυριακό χαίρομαι που σε γνωρίζω και είσαι καλό παιδί». Αυτό είναι για μένα το απόλυτο συναίσθημα».
Η σάτιρά του δεν άργησε να φέρει και ενδιαφέρουσες επαγγελματικές προτάσεις
Η μεγάλη απήχηση της δουλείας του Κυριάκου Καραγιαννίδη, δεν άργησε να προσελκύσει και μερικές αξιόλογες προτάσεις για συνεργασίες, μία εκ των οποίων είναι και ένα θεατρικό έργο στο οποίο θα πρωταγωνιστήσει: «Από τις 30 Οκτωβρίου ξεκινάω περιοδεία με ένα θεατρικό έργο. Η πρώτη μας παράσταση θα ανέβει στο Μόναχο στη Γερμανία. Ο Νοέμβριος θα είναι σχεδόν όλος γεμάτος με παραστάσεις στο εξωτερικό. Έχω συνεργαστεί και εδώ με ηθοποιούς στην Ελλάδα στο παρελθόν, τώρα όμως εντάχθηκα σε αυτόν τον θίασο και θα συνεχίσουμε τη περιοδεία μας σε όλη τη Γερμανία και σε κάποιες πόλεις της Σουηδίας. Προς το παρόν. Γιατί ίσως έρθει και στην Ελλάδα μετά η παράσταση.
Η παράσταση είναι μία μαύρη κωμωδία του Γιάννη Μπούσδρου με τίτλο «Όποιος πρόλαβε τον θείο είδε». Βέβαια εμένα ο δικός μου ρόλος μέσα στην παράσταση θα είναι ποντιακός, γιατί εγώ αντιπροσωπεύω το στοιχείο αυτό. Πρόκειται για κεντρικό ρόλο βέβαια, και στην ουσία, στην παράσταση υποδύομαι έναν ρόλο που είναι κοντά σε αυτά που κάνω. Οπότε, πιστεύω ότι θα έχει μεγάλη επιτυχία όλο αυτό. Σημαντικό για μένα είναι ότι με αγκάλιασαν όλοι οι ηθοποιοί της ομάδας, γιατί εγώ είμαι ερασιτέχνης, δεν έχω σπουδάσει ηθοποιός ή κάτι τέτοιο. Γενικά είμαι όμως αισιόδοξος, και νομίζω ότι θα πάει πολύ καλά».
Κυριάκος Καρά: «Η βάση μου είναι και θα παραμείνει το χωριό μου το Οχυρό, και δεν σκοπεύω αυτό να αλλάξει ποτέ»
«Πάντως είμαι κατασταλαγμένος,» μας λέει ο Κυριάκος Καραγιαννίδης, και μας εξομολογείται την μεγάλη του αγάπη για το όμορφο χωριό του: «Γενικά μου αρέσει να πατάω στη γη. Θα πάω λοιπόν να κάνω τις παραστάσεις μου, αλλά θα επιστρέψω. Η βάση μου είναι και θα παραμείνει το χωριό μου το Οχυρό, και δεν σκοπεύω αυτό να αλλάξει ποτέ. Μου αρέσει στο χωριό μου, το αγαπώ. Και όσο μεγαλώνουμε, νομίζω ότι μας τραβάνε περισσότερο οι ρίζες μας. Εγώ προσωπικά, όσο μεγαλώνω δηλαδή, τόσο περισσότερο μου αρέσουν τα πιο απλά πράγματα, που είναι κατά βάση, και τα πιο αληθινά».