![]() |
| Νικόλαος Καπετανίδης: Τον κρέμασαν γιατί έγραφε την αλήθεια για τη Γενοκτονία των Ποντίων |
Γράφει ο Τέρενς Κουίκ
Υπάρχουν ονόματα που δεν επιτρέπεται να χαθούν μέσα στις σελίδες της Ιστορίας. Ένα από αυτά είναι του Νικόλαου Καπετανίδη. Του Έλληνα δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς επειδή υπερασπίστηκε με την πένα του τον ελληνισμό του Πόντου. Η 21η Σεπτεμβρίου είναι αφιερωμένη στη μνήμη του. Είναι, όμως, και μια αφορμή να θυμηθούμε όσους εκτελέστηκαν, εκτοπίστηκαν και εξοντώθηκαν κατά τους διωγμούς των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και να εξετάσουμε τι συμβαίνει σήμερα στην Τουρκία με τους ανθρώπους του Τύπου.
Νικόλαος Καπετανίδης: Η πένα που δεν λύγισε μπροστά στην αγχόνη
Γεννημένος το 1889 στη Ριζούντα του Πόντου, ο Νικόλαος Καπετανίδης ανήκε σε μια γενιά μορφωμένων Ελλήνων που πίστευαν ότι η δημοσιογραφία μπορούσε να γίνει όπλο υπεράσπισης ενός ολόκληρου λαού.
Σπούδασε στο περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τη δημοσιογραφία.
Στην Τραπεζούντα εξέδιδε την εφημερίδα «Εποχή». Δεν περιοριζόταν στην καταγραφή της καθημερινότητας. Αποκάλυπτε τους διωγμούς των Ελλήνων, υπερασπιζόταν την ελληνική παιδεία και κατήγγελλε την τρομοκρατία που ασκούσαν ένοπλες ομάδες στον Πόντο.
Ανάμεσα σε εκείνους που κατήγγειλε ήταν και ο Τοπάλ Οσμάν, ο διαβόητος αρχηγός ενόπλων που συνδέθηκε με σφαγές και διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών.
Ο Καπετανίδης γνώριζε τον κίνδυνο. Συνέχισε, όμως, να γράφει.
Το 1921 συνελήφθη και οδηγήθηκε στα κεμαλικά Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας. Εκεί όπου η δικαιοσύνη χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση σημαντικού μέρους της πνευματικής και κοινωνικής ηγεσίας του Πόντου.
Σύμφωνα με την ιστορική αφήγηση που διασώζει ο Δημήτρης Ψαθάς στη «Γη του Πόντου», όταν του αποδόθηκε η κατηγορία ότι επιδίωκε την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Καπετανίδης απάντησε πως επιδίωκε την ένωσή του με την Ελλάδα.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 απαγχονίστηκε στην Αμάσεια, μαζί με άλλους Έλληνες που είχαν καταδικαστεί από τα κεμαλικά δικαστήρια.
Ήταν μόλις 32 ετών.
Η τελευταία του κραυγή, όπως έχει καταγραφεί στην ιστορική μνήμη, ήταν «Ζήτω η Ελλάς».
Δεν εκτελέστηκε απλώς ένας δημοσιογράφος. Χάθηκε ένας άνθρωπος που κατέγραφε όσα συνέβαιναν σε έναν λαό την ώρα που αυτός βρισκόταν αντιμέτωπος με την εξόντωση.
Ο Γρηγόριος Ε΄ και η κλειστή Πύλη του Πατριαρχείου
Εκατό χρόνια πριν από τον Καπετανίδη, ένας άλλος απαγχονισμός είχε συγκλονίσει τον Ελληνισμό.
Στις 10 Απριλίου 1821, ανήμερα το Πάσχα, οι οθωμανικές αρχές απαγχόνισαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ στην κεντρική Πύλη του Πατριαρχείου, στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.
Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και στο πλαίσιο των αντιποίνων εναντίον των Ελλήνων της αυτοκρατορίας.
Το σώμα του Πατριάρχη διαπομπεύθηκε και ρίχτηκε στον Κεράτιο Κόλπο. Περισυνελέγη και μεταφέρθηκε στην Οδησσό, ενώ αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα.
Η κεντρική Πύλη του Πατριαρχείου παραμένει κλειστή από τότε.
Ένα ιστορικό μνημείο που θυμίζει ότι η βία εναντίον της θρησκευτικής και πνευματικής ηγεσίας χρησιμοποιήθηκε ως μέσο τρομοκράτησης ενός ολόκληρου πληθυσμού.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι εκτελέσεις της 9ης Ιουλίου 1821
Η Κύπρος πλήρωσε επίσης βαρύ τίμημα.
Στις 9 Ιουλίου 1821, ο Οθωμανός διοικητής Κουτσιούκ Μεχμέτ προχώρησε σε μαζικές εκτελέσεις κληρικών και προκρίτων, με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός απαγχονίστηκε στη Λευκωσία.
Οι Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος και Κυρηνείας Λαυρέντιος αποκεφαλίστηκαν.
Σύμφωνα με την Εκκλησία της Κύπρου, η επιχείρηση εξόντωσης αφορούσε συνολικά 486 κληρικούς και λαϊκούς προκρίτους.
Η 9η Ιουλίου παραμένει μία από τις σημαντικότερες ημέρες ιστορικής μνήμης του κυπριακού Ελληνισμού.
Ο Ρήγας Φεραίος και οι επτά σύντροφοί του
Στις 24 Ιουνίου 1798, ο Ρήγας Βελεστινλής και επτά σύντροφοί του στραγγαλίστηκαν από τις οθωμανικές αρχές στο φρούριο Νεμπόισα του Βελιγραδίου.
Είχαν συλληφθεί από τις αυστριακές αρχές και παραδοθεί στους Οθωμανούς.
Ο Ρήγας δεν αγωνιζόταν μόνο για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Οραματιζόταν μια δημοκρατική πολιτεία ελεύθερων λαών, χωρίς την οθωμανική απολυταρχία.
Τα σώματα των οκτώ εκτελεσμένων ρίχτηκαν στον ποταμό Σάβα.
Η εκτέλεσή τους έγινε πριν ακόμη ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση.
Η Αμάσεια και η εξόντωση της πνευματικής ηγεσίας του Πόντου
Η περίπτωση του Καπετανίδη δεν ήταν μεμονωμένη.
Τα κεμαλικά Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας καταδίκασαν σε θάνατο κληρικούς, πολιτικούς, εμπόρους, εκπαιδευτικούς και άλλους επιφανείς Έλληνες.
Ανάμεσά τους ο Ματθαίος Κωφίδης, πρώην βουλευτής του οθωμανικού Κοινοβουλίου, και ο αρχιμανδρίτης Πλάτων Αϊβαζίδης.
Στους εκτελεσμένους συγκαταλέγονταν επίσης ο επιχειρηματίας Αλέξανδρος Ακριτίδης, ο έμπορος Γεώργιος Κακουλίδης και εκπαιδευτικοί του ιστορικού Κολεγίου Ανατόλια της Μερζιφούντας.
Οι εκτελέσεις αποτέλεσαν μέρος των διωγμών που αποδεκάτισαν τις οργανωμένες κοινότητες του Πόντου.
Η απώλεια δεν ήταν μόνο ανθρώπινη. Χάθηκαν πρόσωπα που συγκροτούσαν τη διοίκηση, την εκπαίδευση, την οικονομική ζωή και την πνευματική φυσιογνωμία των ελληνικών κοινοτήτων.
Η Γενοκτονία των Ποντίων: 353.000 νεκροί και ένας ελληνισμός ξεριζωμένος
Η τραγωδία του Πόντου δεν περιορίζεται στις εκτελέσεις της Αμάσειας.
Από το 1914 έως το 1923, ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής υπέστη εκτοπίσεις, σφαγές, καταναγκαστική εργασία, πορείες θανάτου και συστηματικούς διωγμούς.
Οι διώξεις άρχισαν υπό το καθεστώς των Νεοτούρκων και συνεχίστηκαν κατά την περίοδο του κεμαλικού κινήματος.
Άνδρες απομακρύνονταν από τις οικογένειές τους και οδηγούνταν στα τάγματα εργασίας. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να βαδίσουν προς το εσωτερικό της Ανατολίας, συχνά χωρίς επαρκή τροφή και προστασία.
Πολλοί δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους.
Οι μαρτυρίες των επιζώντων περιγράφουν χωριά που ερημώθηκαν, οικογένειες που διαλύθηκαν και κοινότητες που έχασαν την παρουσία αιώνων στις πατρογονικές τους εστίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που υιοθετεί το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, περίπου 353.000 Έλληνες του Πόντου εξοντώθηκαν μέχρι το 1923.
Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί περίπου στο μισό του ποντιακού ελληνισμού, με βάση τον υπολογισμό ενός προπολεμικού πληθυσμού περίπου 700.000 ανθρώπων.
Δηλαδή, περίπου πέντε στους δέκα Ποντίους χάθηκαν, σύμφωνα με την ελληνική ιστορική εκτίμηση.
Οι ιστορικές και δημογραφικές εκτιμήσεις διαφέρουν, αλλά η κλίμακα της ανθρώπινης καταστροφής και του αναγκαστικού εκτοπισμού είναι τεκμηριωμένη.
Πόσοι σκοτώθηκαν και πόσοι εκδιώχθηκαν;
Χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Οι 353.000 αφορούν την εκτίμηση των νεκρών και όχι το σύνολο των ανθρώπων που εκτοπίστηκαν.
Οι επιζώντες εγκατέλειψαν μαζικά τον Πόντο. Άλλοι κατέφυγαν στην Ελλάδα και άλλοι στη Ρωσία, στον Καύκασο και σε διαφορετικές χώρες.
Η Συνθήκη της Λωζάννης και η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 σφράγισαν τον ξεριζωμό.
Η Θεσσαλονίκη, η Καλαμαριά, το Κιλκίς, η Δράμα, η Καβάλα και πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας έγιναν νέες πατρίδες για τους πρόσφυγες.
Οι Πόντιοι έφεραν μαζί τους τη γλώσσα, τη μουσική, τις παραδόσεις, τις εικόνες και τις μνήμες τους.
Δεν μπόρεσαν, όμως, να φέρουν πίσω τους νεκρούς τους.
Η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία
Η Ελλάδα αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων το 1994, καθιερώνοντας τη 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης.
Η Τουρκία εξακολουθεί να απορρίπτει τον χαρακτηρισμό.
Μάλιστα, στις 19 Μαΐου 2026, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε νέα ανακοίνωση με την οποία αμφισβήτησε τις ελληνικές θέσεις και κατηγόρησε την Αθήνα ότι χρησιμοποιεί την Ιστορία για πολιτικούς σκοπούς.
Η Άγκυρα συνδέει τα γεγονότα με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και την ανταλλαγή πληθυσμών, επικαλούμενη επίσης εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος μουσουλμανικών πληθυσμών.
Από την ελληνική πλευρά, η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί επίσημα αναγνωρισμένο ιστορικό γεγονός, ενώ συνεχίζεται η προσπάθεια για ευρύτερη διεθνή αναγνώριση.
Από τον Καπετανίδη στους δημοσιογράφους που φυλακίζονται σήμερα στην Τουρκία
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την εκτέλεση του Καπετανίδη, η ελευθερία του Τύπου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο σοβαρών καταγγελιών στην Τουρκία.
Δεν πρόκειται, βεβαίως, για εξίσωση των σημερινών διώξεων με τις ιστορικές εκτελέσεις και τη Γενοκτονία. Πρόκειται για ένα διαφορετικό, σύγχρονο ζήτημα που αφορά το δικαίωμα των δημοσιογράφων να εργάζονται χωρίς φόβο φυλάκισης για τη δημοσιογραφική τους δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον κατάλογο της Ένωσης Δημοσιογράφων Τουρκίας (TGS), που δημοσιεύθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, 13 δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης βρίσκονταν στις τουρκικές φυλακές.
Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται οι Αλί Ουνάλ, Χατιτζέ Ντουμάν, Μεχμέτ Μπαρανσού, Μερντάν Γιαναρντάγ, Ιρέμ Ντελιτζέ, Ναντιγιέ Γκιουρμπούζ και Τούγμπα Τεκερέκ.
Ο αριθμός μεταβάλλεται με νέες συλλήψεις και αποφυλακίσεις και δεν αποτελεί πλήρη απογραφή όλων των προσώπων που διώκονται δικαστικά για δημοσιογραφική δραστηριότητα.
Η δημοσιογράφος Τούγμπα Τεκερέκ συνελήφθη στις 13 Σεπτεμβρίου 2026 για άρθρο που είχε δημοσιεύσει το 2024 σχετικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων στη Γεωργία.
Οι τουρκικές αρχές επικαλέστηκαν τη νομοθεσία περί ασέμνου περιεχομένου.
Η Διεθνής και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων κατήγγειλαν τη σύλληψη και ζήτησαν την απελευθέρωσή της.
Την ίδια περίοδο, δύο ακόμη δημοσιογράφοι προσήχθησαν ενώ κάλυπταν διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη.
Οι διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι η αξιοποίηση ποινικών και αντιτρομοκρατικών διατάξεων περιορίζει τη δυνατότητα των δημοσιογράφων να ερευνούν και να δημοσιεύουν θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Η μνήμη δεν είναι εχθρότητα απέναντι σε έναν λαό
Ο Νικόλαος Καπετανίδης δεν χρειάζεται υπερβολές για να μείνει στην Ιστορία.
Η ζωή του, η εφημερίδα του, οι αποκαλύψεις του και η εκτέλεσή του αρκούν.
Η μνήμη του δεν αποτελεί πρόσκληση για εχθρότητα απέναντι στον σημερινό τουρκικό λαό. Αποτελεί υποχρέωση να διατηρηθεί η ιστορική γνώση, να αναγνωρίζεται ο ανθρώπινος πόνος και να προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης.
Από τον Γρηγόριο Ε΄ και τον Κυπριανό μέχρι τον Ρήγα Φεραίο, τον Ματθαίο Κωφίδη και τον Νικόλαο Καπετανίδη, η Ιστορία διασώζει ονόματα ανθρώπων που θανατώθηκαν από την οθωμανική ή την κεμαλική εξουσία.
Πίσω τους βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που δεν άφησαν πίσω τους γνωστά ονόματα, αλλά άφησαν απογόνους, μνήμες και μια ιστορική κληρονομιά που εξακολουθεί να ζει.
Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο μήνυμα της 21ης Σεπτεμβρίου.
Μπορείς να σκοτώσεις έναν δημοσιογράφο. Δεν μπορείς, όμως, να εξαφανίσεις την αλήθεια που πρόλαβε να γράψει.
Πηγή: Huffington Post













