του Αντώνη Κάλφα

Μια εισήγηση στο πρόσφατο συνέδριο της Εστίας Πιερίδων Μουσών από την ερευνήτρια του Ποντιακού Μουσείου Λένα Καλπίδου ρίχνει φως στην ιστορία του θεάτρου στην Κατερίνη και πιο συγκεκριμένα στον ακούραστο εργάτη του ποντιακού θεάτρου Πόλυ Χάϊτα, συνομήλικο και των δικών μας Ποντίων Σάββα Κανταρτζή, Γ. Δεληγιαννίδη, Θεόφ. Χαλκίδη. Θα άξιζε το αυτοβιογραφικό κείμενο του Χάϊτα να εκδοθεί από τους Ποντιακούς Συλλόγους όχι μόνο γιατί είναι γραμμένο στην Ποντιακή αλλά και διότι αποτελεί ένα από τα σπάνια τεκμήρια αυτής της περιόδου με αναφορές στην Κατερίνη.
Όπως είπε η Λένα Καλπίδου ο Πολύκαρπος Χάϊτας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, σχετίζεται από πολλές πλευρές με την παρούσα ημερίδα στην Κατερίνη κι αυτό γιατί η Πιερία ήταν ο πρώτος τόπος που τον φιλοξένησε. Την Κατερίνη τη γνώρισε στα είκοσι οκτώ του, έζησε εδώ δεκατέσσερα δημιουργικά χρόνια και κατάφερε να καλλιεργήσει στο κοινό την αγάπη για το θέατρο και να στεριώσει στην πόλη τη θεατρική δράση.
Παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα από την εισήγηση της Λένας Καλπίδου τα οποία γραμμένα με επιστημονική ακρίβεια και στηριγμένα σε ανέκδοτες πηγές φωτίζουν μια σπουδαία πτυχή της μεσοπολεμικής Κατερίνης. Παράλληλα, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν τα ήδη δημοσιευμένα τεκμήρια της δράσης της προσφυγικής ευαγγελικής κοινότητας στην πόλης μας επιβεβαιώνοντας έτσι τόσο την αγάπη για την πνευματική καλλιέργεια (εκδόσεις θρησκευτικού περιεχομένου, οργάνωση βιβλιοθήκης, μουσική παιδεία) όσο και το ενδιαφέρον για το θέατρο όπως η περίπτωση Χάϊτα (παρά τις ακρότητες της ευαγγελικής πουριτανικής ιδεολογίας π.χ. απαγόρευση του –κοσμικού- θέατρου, της ύπαρξης χώρων ψυχαγωγίας κλπ) στην αμιγή ζώνη του συνοικισμού (βλ το βιβλίο των Α. Κάλφα και Π. Παπαγεωργίου με τίτλο «Ο συνοικισμός Ευαγγελικών της Κατερίνης», Κατερίνη 2001).
«Το ανέκδοτο χειρόγραφό του με τίτλο “Η συμμετοχή μου στο θέατρο 1917 – 1970 ” γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο, με ευαισθησία, κριτικό πνεύμα και σατιρική διάθεση, μας αποκαλύπτει πολύ σημαντικά στοιχεία για την Κατερίνη δυο δεκαετίες περίπου μετά την απελευθέρωσή της.
Οι εύστοχες παρατηρήσεις του και οι πληροφορίες του μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε όχι μόνο την προσωπικότητα και τη δράση τη δική του - καλλιτεχνική και φυσιολατρική -αλλά και να εξασφαλίσουμε μαρτυρίες για άλλα πρόσωπα και συλλόγους καθώς και για την πολιτισμική κατάσταση και εξέλιξη της πόλης από το 1929 έως το 1943.
Γεννήθηκε στην αρχαία ελληνική αποικία, τα Κοτύωρα, μια γραφική παραλιακή πόλη, που το τουρκικό της όνομα είναι Ορντού ,την 31 Οκτωβρίου του 1901. Σε ηλικία 5 χρόνων έφυγε για τη Ρωσία, στην περιοχή του κυβερνείου Κουμπάν. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην κωμόπολη Αμπίνσκαγια στο εκεί ελληνικό σχολείο, που το συντηρούσε η ποντιακή παροικία.
Εκεί, μαθητής ακόμη του ελληνικού Δημοτικού σχολείου έδωσε το πρώτο δείγμα τού θεατρικού ταλέντου του στην παράσταση του μονόπρακτου « Ο Έλλην εις τα ξένα» γραμμένου από το δάσκαλό του τον πόντιο Κωνσταντινίδη.
Με το ξέσπασμα της Ρωσικής επανάστασης του 1917 αναγκάστηκε να φύγει για το Νοβοροσίσκ. Εκεί κάθε μήνα σχεδόν τον φιλοξενούσε η σκηνή με ελληνικά και ποντιακά έργα και του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει φωνητική μουσική στο Ωδείο. Στα 1927 έγινε μέλος ενός θεατρικού συγκροτήματος της Μόσχας , που έδινε παραστάσεις στο Ακαδημαϊκό θέατρο της Δημοκρατίας της Απχαζίας. Η θεατρική του σταδιοδρομία στη Ρωσία έληξε το 1929 μια που είχε αποφασίσει να έρθει στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Κατερίνη, όπου από το 1928 ήσαν εγκατεστημένοι οι γονείς του”.
Η οικογένεια του Πόλυ Χάϊτα, ανήκε στην Ευαγγελική κοινότητα των Ελλήνων των Κοτυώρων, της Ορντούς. Ήταν «Ορντουλούδες προτεστάνοι», όπως τους προσφωνούσαν στα ποντιακά. Λογικό ήταν λοιπόν να ενταχθεί και να δράσει αρχικά στο συνοικισμό τους τα «Ευαγγελικά». Στο περιθώριο χρόνου που άφηναν οι αγροτικές βιοποριστικές ασχολίες τους, οι Πόντιοι της Κατερίνης ενδιαφέρθηκαν να ασχοληθούν με τα έργα των Μουσών.
Ο καλλιεργημένος στη Μουσική και το Θέατρο Πόλυς σημειώνει με ταπεινοφροσύνη: «έμαθαν πως ξέρω από τα θέατρα-». Να το απόσπασμα: “Όταν τέλειωσαν τις δουλειές στα καπνά ο Σύλλογος των Νέων (Ευαγγελικοί) – έμαθαν πως ξέρω από τα θέατρα- θέλησαν να κάνουν παράσταση. Τους είπα να παίξουμε μια κωμωδία του Σουρή. Δεν βρέθηκε το βιβλίο στα μαγαζιά της Κατερίνης ούτε στη Θεσσαλονίκη. Βιβλιοθήκη δεν είχε το Γυμνάσιο. Τελικά κάποιος έφερε από την Αθήνα το έργο «Ο μύλος της έριδος» του Λάσκαρη”. Έτσι ξεκίνησε τη σκηνοθετική δράση του ο Πόλυς Χάϊτας στην Κατερίνη του 1929 στο συνοικισμό των Ευαγγελικών.
Ο Πόλυς Χάϊτας καλλιεργημένος μουσικά και θεατρικά και μαθημένος στη σκηνογραφική επάρκεια και υποκριτική ποιότητα του θεάτρου στη Ρωσία, εισάγει την κοινωνία της πόλης σε νέα επίπεδα ψυχαγωγίας, ανοίγει νέους ορίζοντες πολιτισμού.
Από τότε σκηνοθετούσε στην Κατερίνη τις παραστάσεις των ερασιτεχνικών ομίλων, που ανέβαζαν στη σκηνή έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Συνεργάστηκε με τον εξαιρετικό καλλιτέχνη Νίκο Σπανίδη, συμπατριώτη του, που έδρασε κι αυτός στην Κατερίνη. Το αποκορύφωμα της συνεργασίας τους ήταν η παράσταση του έργου «Η φτώχεια εντροπή κ’ έν» διασκευή δική του από έργο του Οστρόβσκη, το 1942, όπου έπαιξε και ο ίδιος.
Έργα που ανέβηκαν σε σκηνοθεσία του: «Ο μύλος της έριδος» του Λάσκαρη, από το «Σύλλογο Νέων» «Η νυξ της ελεημοσύνης» από το «Φιλόπτωχο». Στο έργο “Η φτώχεια εντροπή κ’ έν” είναι μεταφραστής, διασκευαστής, σκηνοθέτης και ηθοποιός.
Ο Πόλυς Χάϊτας, επειδή δεν τον ικανοποιούσε το υπάρχον ρεπερτόριο, πήρε ένα κλασικό ρωσικό έργο του Οστρόβσκη και - ασχολούμενος εντατικά, κλεισμένος στο σπίτι του, μέσα σε δεκαπέντε μέρες - το διασκεύασε σε ποντιακή ηθογραφία. Το ανέβασαν, μαζί με το Νίκο Σπανίδη στο θέατρο Διονύσια τα Χριστούγεννα του 1942 και είχε μεγάλη επιτυχία. Γι’ αυτό και του πρότεινε ο Ν. Σπανίδης να πάνε να το παίξουν στη Θεσσαλονίκη.
Δυστυχώς τα γεγονότα ανέτρεψαν το πρόγραμμα. Το μπλόκο των Γερμανών και ο τουφεκισμός τριάντα εννέα ατόμων, στο Σταθμό, στις 22-23 Φεβρουαρίου σκόρπισαν το θρήνο και τον πανικό στην πόλη.
Αφού για ένα διάστημα κρυβόταν σε συγγενικά σπίτια, άρχισε να σκέφτεται τη φυγή από την Κατερίνη. Έτσι ο Πόλυς Χάϊτας στις 11 Απριλίου 1943 βρέθηκε στην Αθήνα».