Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Προκλητική ανακοίνωση της Τουρκίας για τη Γενοκτονία των Ποντίων: Διαστρεβλώνει την ιστορία και μιλά για «ωμότητες» του ελληνικού στρατού

Προκλητική ανακοίνωση της Τουρκίας για τη Γενοκτονία των Ποντίων: Διαστρεβλώνει την ιστορία και μιλά για «ωμότητες» του ελληνικού στρατού
Προκλητική ανακοίνωση της Τουρκίας για τη Γενοκτονία των Ποντίων: Διαστρεβλώνει την ιστορία και μιλά για «ωμότητες» του ελληνικού στρατού

Σε ιδιαίτερα προκλητικούς τόνους αντέδρασε το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών στις εκδηλώσεις μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων στην Ελλάδα, κατηγορώντας την Αθήνα ότι εργαλειοποιεί ιστορικά γεγονότα για πολιτικούς λόγους και αποδίδοντας στον ελληνικό στρατό «ωμότητες» κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας. 

Ειδικότερα στην ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ αναφέρεται: «Οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να πάψουν να εργαλειοποιούν την ιστορία για πολιτικούς λόγους και να θυμηθούν, σύμφωνα με την ανακοίνωση, όχι μόνο τις σφαγές κατά Τούρκων και άλλων εθνοτικών ομάδων που ξεκίνησαν με τη Σφαγή της Τριπολιτσάς το 1821, αλλά και τις ωμότητες που διαπράχθηκαν εναντίον Τούρκων και άλλων ομάδων στη Δυτική Ανατολία μετά την απόβαση στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919».


Ολόκληρη η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ:

«Η 19η Μαΐου 1919, ημερομηνία κατά την οποία ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα και ξεκίνησε τον εθνικό αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, γιορτάζεται με ενθουσιασμό από το τουρκικό έθνος στο πλαίσιο της «Ημέρας Μνήμης του Ατατούρκ, Νεολαίας και Αθλητισμού».

Η Ελλάδα, με νομοθεσία που υιοθέτησε το 1994 σε εθνικό επίπεδο σχετικά με τον ισχυρισμό περί «Πόντου», προβάλλει, σύμφωνα με την Άγκυρα, αβάσιμες κατηγορίες κατά της χώρας μας χωρίς νομικό θεμέλιο, διευρύνοντας διαρκώς αυτούς τους ισχυρισμούς και διδάσκοντάς τους στα παιδιά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μέσω εγκυκλίου του υπουργείου Παιδείας.

Η Ελλάδα, της οποίας η απόπειρα εισβολής στο πλαίσιο της «Μεγάλης Ιδέας» απέτυχε, επιχειρεί να καλύψει την ήττα της και τις σοβαρές θηριωδίες που διέπραξε, επαναφέροντας τον «αβάσιμο ισχυρισμό περί Πόντου». Τα εγκλήματα πολέμου και οι ωμότητες του ελληνικού στρατού έχουν καταγραφεί στις εκθέσεις της Διασυμμαχικής Επιτροπής Έρευνας και στο άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάνης.

Οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να πάψουν να εργαλειοποιούν την ιστορία για πολιτικούς λόγους και να θυμηθούν, σύμφωνα με την ανακοίνωση, όχι μόνο τις σφαγές κατά Τούρκων και άλλων εθνοτικών ομάδων που ξεκίνησαν με τη Σφαγή της Τριπολιτσάς το 1821, αλλά και τις ωμότητες που διαπράχθηκαν εναντίον Τούρκων και άλλων ομάδων στη Δυτική Ανατολία μετά την απόβαση στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919.

Καλούμε την Ελλάδα, αντί να διαστρεβλώνει τα ιστορικά γεγονότα και να αναμοχλεύει εχθρότητες από το παρελθόν, να υιοθετήσει μια στάση που θα συμβάλει στην ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μέσα σε πνεύμα ειρήνης και συνεργασίας».

Πηγή: ΣΚΑΙ

Μνημείο για την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού στο Παραλίμνι της Κύπρου

Μνημείο για την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού στο Παραλίμνι της Κύπρου
Μνημείο για την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού στο Παραλίμνι της Κύπρου

19 Μαΐου, ημέρα μνήμης για την γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού η Κύπρος τιμά τους νεκρούς των τουρκικών διώξεων και εγκλημάτων.

Από το Παραλίμνι της Αμμοχώστου ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Αιμίλιος Σαπρανίδης παρουσιάζει τον χώρο, όπου μπαίνουν οι τελευταίες πινελιές στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου που έχει αναγερθεί, λίγο πριν από τα αποκαλυπτήρια παρουσία του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη.

Ο Γιώργος Νικολέττος, Δήμαρχος Παραλιμνίου – Δερυνείας, από το νοτιο-ανατολικότερο άκρο της Ευρώπης, μιλά για μια από τις πιο τραγικές σελίδες του Ελληνισμού. «Υλοποιούμε το  χρέους μας προς την πατρίδα για να τιμήσουμε τους ήρωες και τους αγώνες ολοκλήρου του Ελληνισμού. Ξεκινήσαμε το 2025 με το μνημείο των Τάσου Ισαάκ και Σολωμού Σολωμού οι οποίοι δολοφονήθηκαν τον Αύγουστο του 1996, πρίν από 29 χρόνια και σήμερα τιμούμε τον Ελληνισμό της Ανατολής, από τον Πόντο και την Μικρά Ασία, που αφανίστηκε.

Μνημείο για την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού στο Παραλίμνι της Κύπρου

Ο γλύπτης  Γιώργος Κικώτης ανέλαβε να φιλοτεχνήσει το μνημείο το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το οδόφραγμα της Δερυνείας, ένα σημείο που υπενθυμίζει την ανάγκη  για διεθνή αναγνώριση και διατήρηση της ιστορικής μνήμης.

Χρηματοδοτήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία και τον πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη και από τον Δήμο.

«Εάν όχι εδώ στην κατεχόμενη Κύπρο που αλλού θα μπορούσε να στηθεί ένα τέτοιο μνημείο».  353.000 άνθρωποι, περίπου ο μισός ποντιακός ελληνισμός, και περίπου 1.5 εκατομμύρια Έλληνες πρόσφυγες εκτοπίστηκαν βίαια, εκτελέστηκαν και δολοφονήθηκαν από τους τούρκους υπό τις εντολές του Μουσταφά Κεμάλ.

Επισημαίνεται ότι ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ποντίων Αμμοχώστου «Τεμέτερον», εδρεύει στην ελεύθερη επαρχία Αμμοχώστου στην περιοχή Παραλιμνίου.

Όπως τονίζει ο κ. Νικολέττος, ανάπτυξη δεν είναι μόνο τα έργα υποδομής ο τουρισμός και η οικονομία. Είναι η ιστορία, ο πολιτισμός και το χρέος προς τους Έλληνες, σαν αδέλφια. Εκεί όπου η μνήμη διατηρείται αναλλοίωτη, οι νεότεροι κρατούν άσβεστη την δάδα του Ελληνισμού.

Πηγή: ΕΡΤ

Χωρίς αναφορά στο θύτη, στο μήνυμα του Κ. Μητσοτάκη για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας

Χωρίς αναφορά στο θύτη, στο μήνυμα του Κ. Μητσοτάκη για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας
Χωρίς αναφορά στο θύτη, στο μήνυμα του Κ. Μητσοτάκη για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας

Σήμερα, η καρδιά του Ελληνισμού χτυπά στον περήφανο ρυθμό της λύρας. Με αφορμή την Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, ανατρέχουμε με συγκίνηση σε ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας: τη συστηματική εξόντωση 353.000 συμπατριωτών μας.

112 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ξεκίνησαν οι διωγμοί, οι εκτελέσεις, οι «πορείες θανάτου» στα βάθη της Ανατολίας, τα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας, η μεταφορά αμάχων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από τότε που μνημεία, εκκλησίες και μοναστήρια καταστράφηκαν και χωριά ολόκληρα παραδόθηκαν στις φλόγες. 

Παρά τη χρονική απόσταση, ωστόσο, οι αναμνήσεις παραμένουν ολοζώντανες. Θυμόμαστε τις μητέρες που έχασαν τα παιδιά τους. Τους άνδρες που χωρίστηκαν βίαια από τις συζύγους τους. Τους γέροντες που ξεριζώθηκαν από τη γη όπου οι πρόγονοί μας είχαν ζήσει για πάνω από τρεις χιλιετίες. 

Το συστηματικό σχέδιο εξάλειψης των χριστιανικών πληθυσμών και του πολιτισμού τους απέτυχε. Και απέτυχε διότι οι επιζώντες που έφθασαν στη νέα πατρίδα, δεν είχαν μαζί τους πολλά, πέρα από τις εικόνες των αγίων τους και ένα άσβεστο φως. 

Αυτό που φώτισε τον δρόμο τους εδώ και τους επέτρεψε να μετατρέψουν τον πόνο σε προκοπή. Δεν αναβίωσαν απλώς ήθη και έθιμα. Έχτισαν νέες πόλεις, εμπλούτισαν την κουλτούρα μας και έγιναν η ραχοκοκαλιά του σύγχρονου κράτους. Στην ποντιακή κοινότητα οφείλουμε συνεπώς όχι μόνο χρέος μνήμης αλλά και χρέος ευγνωμοσύνης, τονίζει στο μήνυμα του ο Έλληνας Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.

Βουλή: Με ενός λεπτού σιγή τιμήθηκε η 107η επέτειος της Γενοκτονίας των Ποντίων

Βουλή: Με ενός λεπτού σιγή τιμήθηκε η 107η επέτειος της Γενοκτονίας των Ποντίων
Βουλή: Με ενός λεπτού σιγή τιμήθηκε η 107η επέτειος της Γενοκτονίας των Ποντίων

Με ενός λεπτού σιγή τίμησε η Ολομέλεια της Βουλής την 107η επέτειο της Γενοκτονίας των Ποντίων, στη διάρκεια της ειδικής συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τρίτης, στέλνοντας μήνυμα ιστορικής μνήμης και διεκδίκησης διεθνούς αναγνώρισης.

Ο προεδρεύων της συνεδρίασης, Πάρις Κουκουλόπουλος, αναφέρθηκε στον ξεριζωμό και τις διώξεις των Ελλήνων του Πόντου, υπογραμμίζοντας ότι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας περνά μέσα από την καθολική διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας, τόσο από τη διεθνή κοινότητα όσο και από την Τουρκία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο γεγονός ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει προχωρήσει επισήμως στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, επισημαίνοντας τη σημασία της ιστορικής δικαίωσης και της διατήρησης της συλλογικής μνήμης.

«Κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ στους 350.000 ήρωες και ηρωίδες του Ποντιακού Ελληνισμού. Επρόκειτο για ένα προμελετημένο σχέδιο που ξερίζωσε από τις πατρογονικές εστίες έναν πανάρχαιο λαό», ανέφερε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της Βουλής, αποδίδοντας φόρο τιμής στα θύματα του Ποντιακού Ελληνισμού.

Η συνεδρίαση ολοκληρώθηκε σε κλίμα συγκίνησης, με τη Βουλή να επαναβεβαιώνει τη σταθερή θέση της Ελλάδας υπέρ της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ποντίων και της διατήρησης της ιστορικής μνήμης απέναντι στη λήθη και την παραχάραξη της ιστορίας.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων, η Μνήμη και η Αναγνώριση

Η Γενοκτονία των Ελλήνων, η Μνήμη και η Αναγνώριση
Η Γενοκτονία των Ελλήνων, η Μνήμη και η Αναγνώριση

Η μνήμη της Γενοκτονίας μάς καλεί να αναλογιστούμε, αλλά μας φέρνει αντιμέτωπους και με δύσκολα ερωτήματα. Τι σημαίνει να θυμόμαστε ένα παρελθόν που δεν βιώσαμε οι ίδιοι, αλλά το κληρονομήσαμε;

Για πολλές οικογένειες, αυτός ο στοχασμός δεν ξεκινά από τα αρχεία, αλλά από θραύσματα: ιστορίες μισοειπωμένες, σιωπές και μια αίσθηση απώλειας που δεν εξηγήθηκε ποτέ πλήρως. Πώς τα τραυματικά γεγονότα που συνέβησαν πριν από περισσότερο από έναν αιώνα συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις ταυτότητες και τις αφηγήσεις οικογενειών και κοινοτήτων στη διασπορά; Και πώς πρέπει να προσεγγίζονται τέτοιες ιστορίες στο πλαίσιο της Αυστραλίας, της οποίας η εθνική αφήγηση τέμνεται με αυτά τα γεγονότα με τρόπους σύνθετους και συχνά παραβλεπόμενους;

Η Γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με εκείνες των Αρμενίων και των Ασσυρίων κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελεί μια τέτοια ιστορία. Μεταξύ 1914 και 1923, η οθωμανική γενοκτονική εκστρατεία στράφηκε με συστηματική βία εναντίον αυτών των πληθυσμών στην Ανατολική Θράκη, στη Μικρά Ασία, συμπεριλαμβανομένου του Πόντου, και στις γύρω περιοχές, με αποτέλεσμα τον θάνατο περίπου 2,5 έως 3 εκατομμυρίων Χριστιανών. Ήταν μια διαδικασία που εκτυλίχθηκε σε περίοδο πολιτικής διαίρεσης και εδαφικών απωλειών εντός της Αυτοκρατορίας, συνδυάζοντας μαζικές σφαγές, εκτοπισμούς και την καταστροφή κοινοτήτων με αιωνόβια ιστορία, οι οποίες θεωρήθηκαν μη αφομοιώσιμες και εσωτερικοί εχθροί. Σήμερα, η ιστορία αυτή δεν περιορίζεται στην ιστορική καταγραφή, αλλά βρίσκεται στη διασταύρωση μνήμης, ταυτότητας και άρνησης.Ιστορίες που μοιράστηκαν, μνήμες που επέμειναν

Οι ιστορίες που μοιράστηκαν στην έρευνά μου καθιστούν σαφές ότι όταν τραυματικές μνήμες του παρελθόντος μεταδόθηκαν στους απογόνους, τους άφησαν συχνά με τρόμο, περιέργεια και αίσθηση ευθύνης να έρθουν αντιμέτωποι με ανεπίλυτα τραύματα. Αυτές οι ιστορίες μιλούν για οικογένειες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους με ελάχιστη προειδοποίηση, για χωριά που πυρπολήθηκαν και για αμάχους που εξωθήθηκαν σε φυγή ή αναγκάστηκαν σε πορείες θανάτου, εκτεθειμένοι σε βία, ασθένεια και εξάντληση, ενώ όσοι έμειναν πίσω αντιμετώπισαν συχνά φρικτές και ανείπωτες μοίρες. Αφηγούνται τον χωρισμό: άντρες που οδηγήθηκαν μακριά και δεν επέστρεψαν ποτέ, πολλοί από αυτούς υποφέροντας στα τάγματα εργασίας· γυναίκες και παιδιά που έμειναν μόνα τους να αντιμετωπίσουν τον εκτοπισμό και τον διαρκή κίνδυνο.

Κάποιες ιστορίες περιγράφουν κοινότητες εγκλωβισμένες μέσα σε εκκλησίες, να περιμένουν το τέλος τους, ακούγοντας κραυγές μέσα στη νύχτα, γνωρίζοντας ότι γυναίκες και παιδιά είχαν καεί ζωντανά σε κοντινές εκκλησίες. Άλλες αφηγούνται γυναίκες που υπέστησαν σεξουαλική βία ακόμη και μέσα στους πιο ιερούς χώρους, όπως το ιερό βήμα.

Η επιβίωση εξαρτιόταν από αποφάσεις που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε ποτέ να αναγκαστεί να λάβει. Ανάμεσά τους, μαρτυρίες για μια μητέρα που θυσίασε το νεογέννητό της για να εμποδίσει την αποκάλυψη και τον βέβαιο θάνατο όσων κρύβονταν. Αυτές οι τραυματικές εμπειρίες αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος βίας που υπέστησαν εξίσου οι ελληνικές, αρμενικές και ασσυριακές κοινότητες, μεταφέροντας το τραύμα στην οικογενειακή ζωή της διασποράς στην Αυστραλία, συχνά με τρόπους αμίλητους, διαμορφώνοντας έτσι τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη επιμένει από γενιά σε γενιά.

Για πολλούς απογόνους, η γνώση αυτού του παρελθόντος δεν ξεκινά από την επίσημη εκπαίδευση. Αναδύεται μέσα στην οικογενειακή ζωή, μέσα από συνομιλίες, σιωπές και θραύσματα πολιτιστικής έκφρασης. Σπάνια πρόκειται για ολοκληρωμένες αφηγήσεις. Δεν παρέχουν πάντα σαφήνεια ή συνοχή. Αντ’ αυτού, αφήνουν εντυπώσεις: έναν τόπο που αναφέρεται εν παρόδω, μια ιστορία που κόβεται στη μέση, εκφράσεις πένθους που γεννούν ερωτήματα χωρίς πλήρες πλαίσιο, έναν επιζώντα που ξεσπά σε κλάματα. Με αυτόν τον τρόπο, το παρελθόν βιώνεται έμμεσα, αλλά παραμένει επίμονα παρόν.

Μέσα στις οικογένειες, η μνήμη λειτουργεί διαφορετικά, διαμορφωμένη από το συναίσθημα, τη σιωπή και τη δυσκολία να εκφραστεί το τραύμα με λόγια. Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια αποσπασματική κληρονομιά που οι επόμενες γενιές πρέπει να συναρμολογήσουν μόνες τους. Αυτές οι ιστορίες, όμως, εκτείνονται πέρα από την οικογένεια. Όταν το παρελθόν αρνείται, αναδεικνύεται η ανάγκη για αναγνώριση και μπορεί να αρχίσει η συνεργασία μεταξύ κοινοτήτων-θυμάτων που επιδιώκουν δικαιοσύνη, στη συγκεκριμένη περίπτωση των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων.

Αυστραλία, Καλλίπολη και το ξεχασμένο πλαίσιο

Τα γεγονότα από το 1914 έως το 1923 σηματοδότησαν μια περίοδο βαθιάς αναταραχής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πέρα από το άμεσο ανθρώπινο κόστος, αυτές οι διαδικασίες αναδιαμόρφωσαν το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο. Αρμενικοί, ελληνικοί και ασσυριακοί πληθυσμοί εκριζώθηκαν, διασκορπίστηκαν ή συρρικνώθηκαν σε υπολείμματα, και η παρουσία τους σταδιακά εξαφανίστηκε.

Στην Αυστραλία, αυτά τα γεγονότα δεν είναι τόσο μακρινά όσο φαίνονται. Η εκστρατεία της Καλλίπολης το 1915, που κατέχει κεντρική θέση στη συλλογική ιστορική συνείδηση της Αυστραλίας, εκτυλίχθηκε την ίδια περίοδο και στις ίδιες περιοχές όπου η βία εναντίον αρμενικών, ελληνικών και ασσυριακών πληθυσμών εντεινόταν σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι Αυστραλοί δεν συνδέθηκαν μόνο έμμεσα με αυτά τα γεγονότα. Στρατιώτες Anzac, μέλη ανθρωπιστικών αποστολών και ανταποκριτές υπήρξαν μάρτυρες αυτού του ευρύτερου πλαισίου, ενώ σχετικές αναφορές εμφανίστηκαν και στον αυστραλιανό Τύπο. Από το 1915 και μετά, ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες αναπτύχθηκαν σε όλη την Αυστραλία. Αγγλικανικές εκκλησίες, κοινοτικές οργανώσεις και επιτροπές αρωγής οργάνωσαν εράνους, συνέλεξαν τρόφιμα και ρούχα, και υποστήριξαν προσπάθειες βοήθειας προς εκτοπισμένους Αρμένιους, Έλληνες και Ασσυρίους επιζώντες. Αυτές οι πρωτοβουλίες αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου διεθνούς ανθρωπιστικού κινήματος που επεκτάθηκε στον Μεσοπόλεμο. Μεταξύ 1915 και περίπου 1930, η αυστραλιανή βοήθεια συνέβαλε στις ανθρωπιστικές προσπάθειες για πρόσφυγες στην Ελλάδα, στη Συρία και στον Λίβανο.

Η διαμόρφωση αυτής της μνήμης στην Αυστραλία επηρεάζεται από τη μεταπολεμική συμφιλίωση μεταξύ Αυστραλίας και Τουρκίας. Η έμφαση σε μια αφήγηση για τη γέννηση δύο εθνών γύρω από την κοινή ανάμνηση της Καλλίπολης, μαζί με την εξέχουσα θέση που αποδίδεται στον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ σε αυτή την αφήγηση και στα φερόμενα λόγια συμφιλίωσής του προς τις μητέρες των Anzac, ενίσχυσε μια προσέγγιση που αναδεικνύει τη φιλία και την αμοιβαία εκτίμηση. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει επίσης τις ετήσιες εκδηλώσεις της Ημέρας Anzac στην Καλλίπολη και την πρόσβαση στους τάφους των Anzac, καθώς και την ευρύτερη αφήγηση για την ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας υπό τον Ατατούρκ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων, που συντελέστηκε την ίδια εποχή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και η αυστραλιανή ανθρωπιστική ανταπόκριση στα βάσανά τους, έχουν συχνά παραμείνει στο περιθώριο της εθνικής μνήμης ή έχουν παραβλεφθεί εντελώς.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων, η Μνήμη και η Αναγνώριση

Θυμόμαστε το παρελθόν

Το ζήτημα της αναγνώρισης έχει κατά καιρούς εμφανιστεί στη δημόσια συζήτηση στην Αυστραλία, συχνά μέσω κοινοβουλευτικών ψηφισμάτων ή κοινοτικής δράσης. Αυτές οι στιγμές μπορούν να δημιουργήσουν διάλογο που διαμορφώνεται από πολιτικές σκοπιμότητες και γεωπολιτικές σχέσεις. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι Αυστραλοί υπήρξαν μάρτυρες αυτών των γεγονότων και ανταποκρίθηκαν με ανθρωπιστικές προσπάθειες. Η αναγνώριση δεν αφορά μόνο τις επίσημες διακηρύξεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν αναγνωρίζεται, συζητείται και ενσωματώνεται στη συλλογική κατανόηση. Αφορά την αφήγηση μιας πιο πλήρους ιστορίας της Αυστραλίας και τη συμβολή στην πρόληψη μελλοντικής βίας.

Η κληρονομιά αυτών των γεγονότων εκτείνεται στους τρόπους με τους οποίους η μνήμη μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Για τους απογόνους, η κληρονομιά αυτής της ιστορίας είναι συχνά μερική και έμμεση, διαμορφωμένη εξίσου από ό,τι μένει ανείπωτο όσο και από τον λόγο. Η μετάδοση της μνήμης δεν διατηρεί απλώς το παρελθόν. Το μεταμορφώνει και, για τους απογόνους, γίνεται δικό τους βάρος να κουβαλούν.

Η μετανάστευση προσθέτει μια ακόμη διάσταση σε αυτή τη διαδικασία. Στη διασπορά, η απόσταση από τον τόπο καταγωγής μπορεί να αποδυναμώσει αλλά και να αναδιαμορφώσει τους δεσμούς με το παρελθόν. Με τον καιρό, η μνήμη μπορεί να υποχωρεί, ιδιαίτερα καθώς οι νέες γενιές ενσωματώνονται περισσότερο στην κοινωνία που τις περιβάλλει. Ταυτόχρονα, η διασπορά μπορεί να δημιουργεί χώρο για στοχασμό, επιτρέποντας σε άτομα και κοινότητες να αντιμετωπίζουν πιο ανοιχτά ιστορίες που μπορεί να ήταν δύσκολο να αρθρωθούν σε παλαιότερα πλαίσια, μακριά από τις περιοχές της βίας και τους γεωπολιτικούς περιορισμούς.

Οι τρόποι με τους οποίους η ελληνική εμπειρία έχει μνημονευτεί έχουν επίσης διαμορφωθεί από διαφορετικές περιφερειακές ταυτότητες, όπως εκείνες του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Στην ίδια την Ελλάδα, οι συνέπειες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, 1919–1922, συνέβαλαν σε κριτική, αυτοκατηγορία και στένεμα του τρόπου κατανόησης αυτού του παρελθόντος. Ως αποτέλεσμα, η ευρύτερη γενοκτονική διαδικασία που βίωσαν οι Έλληνες μεταξύ 1914 και 1923 έχει συχνά επισκιαστεί από τον πόλεμο και τις πολιτικές του συνέπειες, με τη σιωπή να διατηρείται συχνά στην Ελλάδα προς χάριν της διαφύλαξης φιλικών σχέσεων μεταξύ γειτόνων. Μετά το 1923, οι διώξεις κατά των ελληνικών κοινοτήτων που παρέμειναν στην Τουρκία δεν σταμάτησαν. Στην Ίμβρο, στην Τένεδο και στην Κωνσταντινούπολη, οι Έλληνες αντιμετώπισαν περιορισμούς, διακρίσεις και επεισόδια διώξεων τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Στην Ελλάδα, τα πρώτα κινήματα αναγνώρισης από τη δεκαετία του 1980 καθοδηγήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από Ποντίους, οι οποίοι αναζωογόνησαν την ταυτότητά τους και οργάνωσαν την ανάμνηση και την υπεράσπιση της ιστορικής τους εμπειρίας. Ακολούθησαν ομάδες Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Το ζήτημα της αναγνώρισης συνδέθηκε στενά με την ποντιακή μνήμη, αντικατοπτρίζοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι ποντιακές κοινότητες στις πρώτες προσπάθειες αναγνώρισης. Ωστόσο, η ευρύτερη γενοκτονική διαδικασία που βίωσαν όλοι οι Έλληνες παρέμεινε κατακερματισμένη στη δημόσια κατανόηση. Στη διασπορά, αυτό το πλαίσιο έχει σταδιακά διευρυνθεί, με αυξανόμενη έμφαση σε αυτό που ιστορικοί, καθώς και πολλοί απόγονοι επιζώντων και υποστηρικτές, αποκαλούν Ελληνική Γενοκτονία. Το ευρύτερο αυτό πλαίσιο περιλαμβάνει όλες τις περιφερειακές εμπειρίες σε μια ενιαία αφήγηση και αντικατοπτρίζει την εξελισσόμενη φύση της μνήμης.

Το παρών και η επιμονή της Μνήμης

Το ζήτημα της αναγνώρισης δεν περιορίζεται στο παρελθόν. Η Γενοκτονία των Ασσυρίων στο Ιράκ και στη Συρία μεταξύ 2014 και 2017, η σφαγή του Σιμελέ στο Ιράκ το 1933, καθώς και η εθνοκάθαρση άνω των 100.000 ιθαγενών Αρμενίων από το Αρτσάχ το 2023, αναδεικνύουν τους τρόπους με τους οποίους η ευαλωτότητα, η βία και ο εκτοπισμός μπορούν να επιμένουν στον χρόνο, ιδίως όπου η άρνηση επιμένει. Αντικατοπτρίζουν διαρκή μοτίβα που παραμένουν συναφή για την κατανόηση τέτοιων ιστοριών.

Η μνήμη της Γενοκτονίας δεν είναι μόνο μια πράξη ανάμνησης. Είναι επίσης άρνηση της εξάλειψης και αναγνώριση ότι το παρελθόν συνεχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Από τη δεκαετία του 1960, οι Αρμένιοι έχουν ηγηθεί της διεθνούς προσπάθειας για αναγνώριση, θέτοντας τις συνθήκες, το πλαίσιο και το υπόδειγμα μέσα από το οποίο οι ελληνικές και ασσυριακές κοινότητες διαμόρφωσαν την υπεράσπισή τους πέρα από την πατρίδα, διεξήγαγαν έρευνα και έφεραν τις ιστορίες τους στη δημόσια σφαίρα. Η συνεργασία μεταξύ αρμενικών, ελληνικών και ασσυριακών κοινοτήτων σήμερα αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι οι μνήμες δεν χρειάζεται να ανταγωνίζονται. Νέες μνήμες μπορούν να αναδυθούν μέσα από τον διάλογο γύρω από μια κοινή εμπειρία, ενισχύοντας τη συλλογική επιδίωξη αναγνώρισης.

Η άρνηση δεν είναι μια ουδέτερη απουσία αναγνώρισης. Είναι μια απόπειρα να ολοκληρωθεί το έγκλημα με την εξάλειψη των ιχνών του και την αφαίρεσή του από την ιστορία. Αυτά τα ίχνη επιμένουν, και οι απόγονοι επιδιώκουν αναγνώριση εκ μέρους των επιζώντων που έφυγαν χωρίς να τη δουν, συχνά αντιμέτωποι με ανησυχητικούς ισχυρισμούς ότι τα βάσανά τους δεν ήταν πραγματικά ή δεν ήταν όπως τα κατανοούσαν. Υπ’ αυτή την έννοια, η βία βιώνεται δύο φορές: πρώτα στη φυσική της μορφή και ύστερα μέσα από την άρνηση και την παραμόρφωση της μνήμης. Καθώς οι γενιές περνούν και η απόσταση από το παρελθόν μεγαλώνει, η ευθύνη να θυμόμαστε και να επιδιώκουμε αναγνώριση γίνεται πιο επείγουσα για τους απογόνους των θυμάτων και των επιζώντων. Χωρίς ανάμνηση και αναγνώριση, η γενοκτονική διαδικασία ολοκληρώνεται μέσα από την άρνηση, καθώς τα ίχνη του εγκλήματος εξαλείφονται και η μνήμη σβήνει. Με αυτόν τον τρόπο, δεν τελειώνει· μπορεί να επανεμφανιστεί σε νέες μορφές βίας.

*Ο Δρ Θεμιστοκλής Κρητικάκος είναι Ελληνοαυστραλός ιστορικός και συγγραφέας. Είναι διδάκτορας Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και συγγραφέας του βιβλίου «Η αναγνώριση των Γενοκτονιών Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων στην Αυστραλία του 21ου αιώνα: Μνήμη, Ταυτότητα και Συνεργασία» (Palgrave Macmillan, 2026).