Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

"Σουμελά, Η Πρόσφυξ Πόντια Παναγιά"


Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα Express (21-06-2009) την αναφορά που έκανε για το βιβλίο του Στέφανου Π. Τανιμανίδη με τίτλο "Σουμελά, Η Πρόσφυξ Πόντια Παναγιά".


Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο τελευταίο μέρος του δημοσιεύματος όσον αφορά το ρόλο και τη θέση του συγγραφέα στον σημερινό οργανωμένο ποντιακό χώρο!

Τα συμπεράσματα δικά σας!!!

-------------------------------------------------------------------------------------------------

Στέφανος Παναγ. Τανιµανίδης: Η µονή, σηµείο αναφοράς των Χριστιανών

Γράφει ο κ. Ευάγγελος Ι. Λαζαρίδης

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ περί πονήματος, αναφοράς στην Πρόσφυγα Πόντια Παναγία Σουμελά. Θέλω προηγουμένως να διευκρινίσω κάτι πολύ σημαντικό, που αφορά την Παναγία. Η λέξη Σουμελά είναι τοπωνύμιο, ότι δηλαδή πρόκειται για την εικόνα της Παναγίας, η οποία βρίσκεται στο Όρος (Βουνό) του Μελά όπου και το Μοναστήρι στο οποίο μέσα είχε εναποτεθεί η εικόνα της Αγίας Παναγίας.

Εξηγεί ο συγγραφέας για την Αγία Εικόνα της Παναγίας, η οποία ενατοποτέθηκε στη Μονή που χτίστηκε, ως λέγεται, από τους Μοναχούς Σωφρόνιο και Βαρνάβα, περί το 386 μ.Χ.

Η εικόνα της Παναγίας της Αθηναίας, το όνομα της Παναγίας Σουμελά, αποτέλεσε το κέντρο της χριστιανικής λατρείας. Φιλοτεχνήθηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά και, σύμφωνα με την παράδοση, ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Μονή κατά ένα θαυματουργό τρόπο, δεν την μετέφερε ανθρώπινο χέρι ή μοναχοί, αλλά ήταν θεόπεμπτη.

Όπως παρατηρεί ο κ. Στέφανος Τανιμανίδης, η Παναγία Σουμελά, πολύ γρήγορα αναδείχθηκε κύριο σημείο προσκυνήματος και αναφοράς των χριστιανών Ποντίων της ευρύτερης περιοχής. Η ανάδειξη της μονής σε σημείο αναφοράς των χριστιανών και την επιρροή που ασκούσε στους πιστούς και άλλων δογμάτων, κατά τον κ. Τανιμανίδη, ενόχλησε τις αλλόθρησκες ηγεσίες, πολιτικές και θρησκευτικές της περιφέρειας, μέχρι του σημείου και να προκαλέσουν επιδρομές/βανδαλισμούς κατά της μονής. Κατ’ άλλους προς εκφοβισμό των πληθυσμών της ευρύτερης περιοχής και κατ’ άλλους την εξαφάνιση της μονής ως μη επιθυμητής, άποψη την οποία ενστερνίζεται και ο κ. Τανιμανίδης.

Παράλληλα με την προσέλκυση των επιδρομέων, αποδείχθηκε η Μονή της Παναγίας Σουμελά, ο κρυψώνας-καταφύγιο προστασίας Αυτοκρατόρων και Σουλτάνων, όπως ο Αλέξιος Γ' Κομνηνός και ο Βογιατζήτ Β'.

Είναι εκτενής η αναφορά του κ. Τανιμανίδη, στο πλούσιο υλικό που υπάρχει γύρω από την Παναγία Σουμελά, η οποία ως αποτέλεσμα της επιρροής που ασκούσε στους χριστιανούς και όχι μόνο της ευρύτερης περιφέρειας, υπέστη τα πάνδεινα και «ταλαιπωρήθηκε» η εικόνα της Παναγίας της Αθηναίας, από τους διωγμούς εναντίον της.

Ήταν τόσο έντονο το μίσος, όπως περιγράφει ο συγγραφέας στις αναφορές του των αλλοεθνών, εξαιτίας της αγάπης που αντλούσε η αγία εικόνα της Παναγίας της Σουμελά, ώστε εντέλει να πυρποληθεί από τους άπιστους δογματικούς αντίχριστους.

Ύστερα από σειρά δυσάρεστων για τη μονή γεγονότων αναγνωρίστηκε το μεγαλείο της πνευματικής και λατρευτικής παρουσίας της Παναγίας Σουμελά, ώστε ο διοικητής της Τραπεζούντας Σιρή Πασάς να δηλώσει τα εξής σημαντικά: Τούτο το σεμνό μοναστήρι μπορώ να πω ότι είναι το όγδοο από τα επτά θαύματα. Ως προς την ωραιότητα, την κομψότητα, το βρήκα πολύ ανώτερο απ' όσα έχω ακούσει γι' αυτό, ώστε εγώ και οι σύντροφοι μου πρέπει να ομολογήσουμε την τέρψη μας αυτή, που πιστεύω ότι δεν θα τη βρούμε αλλού, εκτός από τον Παράδεισο, τον οποίο τα αγνά βιβλία υπόσχονται στους καλούς ανθρώπους.

Ο συγγραφέας του βιβλίου κάνει εκτενή αναφορά στο ιστορικό της μονής, την πυρπόληση, την εξαφάνιση της εικόνας της Παναγίας, την ανακάλυψη της και την εν συνεχεία συμφωνία που επιτεύχθηκε, ύστερα από πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς το 1930 μεταξύ των ηγεσιών των δύο χωρών, των τότε πρωθυπουργών Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου και Τουρκίας Ισμέτ Ινονού και έτσι η εικόνα ήρθε στην Ελλάδα το 1931. Τη μετέφερε ο μοναχός Αμβρόσιος, ο οποίος κατά την αποχώρηση του το 1923 από τη μονή έκρυψε την εικόνα της Παναγίας στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, όπου εν συνεχεία πήγε μετά την απόφαση των δύο πολιτικών και την πήρε από το παρεκκλήσι που την έκρυψε και την έφερε στην Ελλάδα. Το πλήθος των πληροφοριών, η λίστα βιβλιογραφίας για την Παναγία Σουμελά, οι αναφορές του σε μαρτυρίες και ιστορικό υλικό καθιστούν τους τόμους της αναφοράς στην Παναγία μια έγκριτη εγκυκλοπαίδεια, όπως εύστοχα τόνισε ο καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου Νεοκλής Σαρρής, κατά την παρουσίαση του συνολικού έργου του κ. Τανιμανίδη. Όπως επίσης ο δημοσιογράφος/λόγιος Γιάννης Κακουλίδης, ο οποίος χαρακτήρισε το περιεχόμενο «ερωτικό λόγο», με επιστημονικό λόγο και πειστικά επιχειρήματα, σε επίπεδο το έργο αυτό να αποτελέσει σημείο αναφοράς της agendas της Ελλάδας τις διεθνείς σχέσεις και αντίλογο με την Τουρκία. Με την άφιξη της εικόνας της Παναγίας Σουμελά στην Ελλάδα, η εγκατάσταση και ενθρόνιση της Παναγίας Σουμελά ήταν έργο ενός μικρού το δέμας ανδρός αλλά γίγαντα της θέλησης Πόντιου, του πρόσφυγα γιατρού Φίλωνα Κτενίδη. Με δικές του πρωτοβουλίες ο Φίλων Κτενίδης εγκατέστησε την εικόνα της Παναγίας στις ηλιόλουστες πλαγιές του Βερμίου, όχι μακριά από τη Βέροια.

Οι Πόντιοι όλης της χώρας και από το εξωτερικό άρχισαν το προσκύνημα της Παναγίας για να εξελιχθεί η μονή σε οίκο της Παναγίας Σουμελά, το καθολικό προσκύνημα όλων των Ελλήνων. Αυτό οφείλεται στον λυκειάρχη, αείμνηστο Παναγιώτη Τανιμανίδη, ο οποίος διαδέχτηκε τον Φίλωνα Κτενίδη, όταν ο τελευταίος απεβίωσε και ετάφη στις πλαγιές του Βερμίου, δίπλα στην Παναγία που λάτρεψε. Ακολούθησε η εργώδης προσπάθεια, από τον Παναγιώτη Τανιμανίδη και άλλους πολλούς Ποντίους που λάτρεψαν την Παναγία Σουμελά, και κατασκευάστηκε ο μεγαλοπρεπής Ναός της Παναγίας Σουμελά, άξιος για τη λατρεία της στην Ελλάδα εν ειρήνη.

Ο κ. Τανιμανίδης ήταν μέχρι πρότινος πρόεδρος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας των Ποντίων και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντίων - τις ελέγχει και τις δύο ομοσπονδίες. Είναι γνωστός στο σύνολο των Ποντίων - μετρούμε γύρω στα 3.000.000 πληθυσμό, στην Ελλάδα.

«Η ανεψιά μου η Τουρκάλα»

Ένα προσωπικό οδοιπορικό στον Πόντο, όπως αποτυπώνεται μέσα από το βιβλίο του «Η ανεψιά μου η Τουρκάλα», παρουσίασε το σαββατοκύριακο που μας πέρασε στις Σάπες ο συγγραφέας Όμηρος Μαυρίδης. Την βιβλιοπαρουσίαση στο Συνεδριακό Κέντρο Σαπών, διοργάνωσαν ο Δήμος Σαπών, σε συνεργασία με το Σύλλογο Ποντίων Σαπών «Τα Κασσιτερά». Η συγγραφή του βιβλίου αυτού ολοκληρώθηκε πριν από δύο χρόνια, ενώ εκδόθηκε από τις Εκδόσεις «Ερωδιός» τον Ιανουάριο του 2009.

Όσο για το επόμενο συγγραφικό βήμα του κ. Μαυρίδη, είναι το βιβλίο με τίτλο: «Η ζωή μιας Αρμένισσας», το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο από τις εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία».

Το μυθιστόρημα βασίζεται σε άρθρο που δημοσίευσε ο συγγραφέας σε τοπικές εφημερίδες με τίτλο «Οδοιπορικό στον Πόντο». Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: στην ζωή και το μαρτύριο του Αγίου Θεόδωρου Γαβρά (ιστορικό μυθιστόρημα) και την αληθινή ιστορία της επίσκεψης του συγγραφέα, μαζί με τον φίλο του Χ. Γαβρά, απόγονο του Αγίου Θεόδωρου Γαβρά, στα πάτρια εδάφη των προγόνων τους, και τη συνάντησή τους με την Τουρκάλα τώρα ανεψιά του φίλου του στην Αλικαρνασσό, αφού προηγουμένως είχαν περιηγηθεί σε ολόκληρο τον Πόντο, την Ανατολία και τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας. Η συναισθηματική φόρτιση από την ανακάλυψη των ερειπίων των κατοικιών των παππούδων τους και την αναζήτηση των συγγενών τους, που αναγκάστηκαν να μείνουν στην πατρίδα και να τουρκέψουν (στην ουσία έμειναν κρυφοχριστιανοί), καθηλώνει τον αναγνώστη.

Ο συγγραφέας μίλησε για το έργο του αλλά και τα μελλοντικά του σχέδια λέγοντας: «κάθε φορά που γράφω βιβλίο έχω μέσα μου τον Πόντο. Έχω πάει 6 φορές στον Πόντο και θα πάω άλλες 16 αν μου δώσει ο Θεός την δύναμη, γιατί είναι ένας χώρος, όχι γιατί είναι η πατρίδα των παππούδων μου και του πατέρα μου, αλλά είναι ένας απίθανος χώρος».

Ο συγγραφέας και διδάκτωρ Όμηρος Μαυρίδης γεννήθηκε στα Κασσιτερά της επαρχίας Σαπών του νομού Ροδόπης. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Αλεξανδρούπολης, έφυγε για τη Γερμανία όπου σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγικά και Ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Τίμπινγκεν.

Εργάστηκε ως ψυχολόγος στο Κέντρο Συμβουλευτικής Αγωγής του Χέρνε της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, στο Ψυχολογικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, στο Παιδοκομείο του Βίλφρατ και στην Ειδική Σχολή Κοινωνικής Παιδαγωγικής του Τσέλε.

Το 1972 προσελήφθη ως καθηγητής Κοινωνικής και Παιδαγωγικής Ψυχολογίας από την πανεπιστημιακή σχολή του Χάγκεν.

Παράλληλα σπούδαζε Εθνολογία, Λαογραφία, Παιδαγωγικά και Κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο του Μίνστερ και εξέδωσε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο Ιατρική μαγεία στη Δυτική Θράκη-Μια συνεισφορά στη λαϊκή ιατρική. Το 1980 εκλέχτηκε πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής της πανεπιστημιακής σχολής του Χάγκεν και το 1982 έγινε κοσμήτωρ της ίδιας σχολής.

Το 1987 μετατέθηκε στο πανεπιστήμιο του Ντόρτμουντ, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Έργα του: Σταυρωμένα νιάτα, Ο πετροπόλεμος στις Σάπες, Της ξενιτιάς η μόρφωση, Η Ελλάδα μας αργοπεθαίνει, Προβλήματα επαναπατρισμού Ελλήνων από τη Γερμανία, Παιχνίδια δίχως αντικείμενα, Παιχνίδια της παρέας, Tο αμπέλι μας στον Πόντο, Καλλιστώ και Ιμπραχήμ, Ιωνάς ο Β’, Η ανεψιά μου η Τουρκάλα.

Πηγή: "Ελεύθερο Βήμα" 29-06-2009