Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Αναζητώντας το Παρχάρ’

Αναζητώντας το Παρχάρ’
Αναζητώντας το Παρχάρ’

της Ελένης Μεντεσίδου
Αρχαιολόγου

Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι εκδηλώσεις που ονομάζονται «Παρχάρια». Παράλληλα αναπτύσσεται η συζήτηση και η ανησυχία μήπως οι εκδηλώσεις αυτές εξελίσσονται σε λανθασμένη βάση, παραβλέποντας την πραγματική ταυτότητα των παρχαριών. Παρόλαυτα, εν έτη 2012 παρατηρούμε πως τα «Παρχάρια» έχουν γίνει πια θεσμός. Σύμφωνα με τον Νικόλαο Πολίτη, κάθε τι που πράττει και λέγει ο λαός αποτελεί αντικείμενο της λαογραφίας. Ο λαός συνεχίζει να είναι δραστήριος, οπότε το αντικείμενο της λαογραφίας διευρύνεται και εμπλουτίζεται.

Με το σκεπτικό αυτό ίσως θα έπρεπε να ήταν αποδεκτή η πραγματοποίηση των «Παρχαριών». Αν όμως αναλύσουμε βαθύτερα το φαινόμενο, δυστυχώς αρνητικά θα είναι κυρίως τα συμπεράσματά μας.

Στο παρόν άρθρο δεν θα μας απασχολήσει το τι είναι τα παρχάρια, καθώς έχουν γίνει εκτενείς μελέτες στο παρελθόν. Εν συντομία ωστόσο θα αναφερθούμε σε αυτό, προκειμένου να τονίσουμε τις διαφορές μεταξύ παρχαριών και «Παρχαριών».

Το παρχάρ’ ήταν ορεινός οικισμός. Η λέξη προέρχεται από την πρόθεση παρά και το ουσιαστικό χωρίον και σημαίνει την περιοχή κοντά στο χωριό. Στα παρχάρια μετέβαιναν οι κτηνοτροφικές οικογένειες το καλοκαίρι, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις ευνοϊκές για την εκτροφή των κοπαδιών τους συνθήκες. Η παρχαρωμάνα, με τις βοηθούς της, τις ρωμάνες διέμεναν σε καλύβες, οι οποίες όλες μαζί συγκροτούσαν έναν κτηνοτροφικού χαρακτήρα οικισμό. Αυτή η μετακίνηση των κτηνοτρόφων ήταν επιβεβλημένη και γινόταν ανελλιπώς κάθε χρόνο, καθώς στο βουνό οι συνθήκες για την εκτροφή των κοπαδιών ήταν ιδανικές. Δεν ήταν ωστόσο λίγες οι περιπτώσεις που αστικές οικογένειες εγκαθίσταντο στο βουνό προκειμένου να παραθερίσουν απολαμβάνοντας το ορεινό κλίμα και την ομορφιά του τοπίου.

Η πρακτική των κτηνοτρόφων να μεταφέρουν τα κοπάδια τους σε ορεινές θέσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα μετά την εγκατάσταση των Ποντίων προσφύγων. Με την πάροδο των χρόνων ωστόσο η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο σύγχρονος τρόπος ζωής είχε επιπτώσεις και στη ζωή στο παρχάρ’. Για παράδειγμα, οι καλύβες έχουν μετατραπεί σε οικίες με ηλεκτρικό ρεύμα και διαθέτουν ανέσεις που μία παρχαρωμάνα των προηγούμενων δεκαετιών δεν θα φανταζόταν ποτέ.

Μια ακόμη μεταβολή είναι η επικράτηση του δευτερεύοντος χαρακτήρα των παρχαριών, τα οποία αποτελούν πλέον πρωτίστως παραθεριστικό προορισμό. Ο μεγαλύτερος αριθμός των επισκεπτών μεταβαίνει στο παρχάρ’ για αναψυχή ενώ και οι ελάχιστες κτηνοτροφικές οικογένειες που μεταφέρουν τα κοπάδια τους στο βουνό συνήθως δεν μένουν εκεί αλλά μετακινούνται καθημερινά στο χωριό της μόνιμης κατοικίας τους. Οι παραπάνω ωστόσο μεταβολές, που έχουν επέλθει φυσιολογικά, εξαιτίας των αλλαγών που έφερε ο σύγχρονος τρόπος ζωής, δεν στάθηκαν ικανές να αλλοιώσουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα των παρχαριών, τα οποία ακόμη και σήμερα αποτελούν θύλακα της ποντιακής παράδοσης.

Παράλληλα με την φυσιολογική εξέλιξη του παρχαρί, όπως αυτή αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, δημιουργείται μία συνήθεια να χρησιμοποιείται το όνομα «Παρχάρ’», προκειμένου να περιγράψει εκδηλώσεις που στην πραγματικότητα έχουν λίγη ή δεν έχουν καθόλου σχέση με την πρακτική του παρχαρέματος και το παρχάρ’ σαν χώρο.

Σύμφωνα με αυτή τη νέα τάση, οι σύλλογοι διοργανώνουν εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σε ορεινές ή ημιορεινές θέσεις. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός πως τα «Παρχάρια» πραγματοποιούνται σε περιοχές, όπου ποτέ δεν υπήρχε παρχάρι. Οι διοργανωτές ωστόσο έχουν επιλέξει να χρησιμοποιούν τη λέξη παρχάρ’ θέλοντας να δημιουργήσουν κάποια σύνδεση με τους παραδοσιακούς ορεινούς οικισμούς του Πόντου.

Τις περισσότερες φορές όμως το μοναδικό κοινό που υπάρχει ανάμεσα στα παρχάρια του Πόντου και τις εκδηλώσεις με την επωνυμία «Παρχάρ’» είναι το ορεινό τοπίο.

Κατά τη διάρκεια της πλειονότητας των «Παρχαριών» πραγματοποιούνται αναπαραστάσεις εθίμων, που σχετίζονται με την κτηνοτροφική ζωή ή επιτόπου παρασκευές ποντιακών εδεσμάτων. Στην χειρότερη εκδοχή οι εκδηλώσεις αυτού του τύπου αποτελούν ένα θερινό, υπαίθριο γλέντι, όμοιο με τους χειμερινούς χορούς των συλλόγων, που κατά περίπτωση συνοδεύεται από παραστάσεις χορευτικών συγκροτημάτων. Τίποτε περισσότερο δηλαδή από μια εκδήλωση που θα μπορούσε να είχε γίνει στην αυλή ενός σχολείου, στο κέντρο μιας πόλης. Δυστυχώς, λίγες είναι οι εξαιρέσεις, όπου οι διοργανωτές καταφέρνουν με σεβασμό στην παράδοση να δημιουργήσουν το περιβάλλον εκείνο που θα προσφέρει στους επισκέπτες ολοκληρωμένη την εικόνα του παραδοσιακού παρχαρί.

Ως στόχος των διοργανωτών προβάλλεται η αναβίωση του εθίμου των παρχαριών. Η παραπάνω πρόταση ωστόσο είναι λανθασμένη, καθώς το παρχάρ’ δεν ήταν έθιμο, αλλά πρακτική, την οποία δημιούργησε η ανάγκη. Οι κτηνοτροφικές οικογένειες δεν επέλεγαν για λόγους εθιμοτυπίας να μεταβούν στο παρχάρ’ αλλά για λόγους επιβίωσης. Όπως και να έχει, ακόμη και αν κάποιος θα ήθελε να αναβιώσει την πρακτική του παρχαρέματος, θα έπρεπε να χτίσει σε ένα χώρο καλύβες, να φέρει εκεί ζώα και να προσποιηθεί τον παρχαρέτεν. Η διοργάνωση μίας εκδήλωσης που απλά εστιάζει στο ορεινό τοπίο δεν αρκεί. Θα εκπλήρωνε το στόχο της μόνον αν επιτυγχάνονταν η νοητή μεταφορά των μετεχόντων στο παρχάρ’.

Από την άλλη, σε περιοχές όπου παραδοσιακά υπάρχουν παρχάρια, δεν έχει εκδηλωθεί καμία προσπάθεια προκειμένου να δημιουργηθούν υποκατάστατα αυτών μέσω εκδηλώσεων. Οι άνθρωποι που έχουν επαφή με το χώρο του παρχαρί συνεχίζουν να βιώνουν την εμπειρία της ζωής εκεί, με το να το επισκέπτονται με κάθε αφορμή. Η επαφή τους με το παρχάρ’ είναι αυτονόητη, συστηματική και επιβεβλημένη, όχι τώρα πια από την ανάγκη που δημιουργεί η εκτροφή κοπαδιών αλλά από την ανάγκη να μεταβούν στο χώρο, όπου έχουν βιώσει έντονα ένα γνήσιο κομμάτι της παράδοσής τους.

Ο χορός των εκδηλώσεων που επιδιώκουν σύνδεση με τα παρχάρια του Πόντου ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 όταν η Ένωση Ποντίων Ματσούκας της Θεσσαλονίκης πραγματοποίησε για πρώτη φορά στο παρχάρ’ του Αγίου Δημητρίου Κοζάνης την εκδήλωση «Το λάλεμαν τη παρχαρωμάνας».

Επρόκειτο για ένα συναπάντημα Ποντίων, όπου για μία ημέρα αναβίωναν έθιμα σχετικά με την κτηνοτροφική ζωή στα παρχάρια της Ματσούκας. Η εκδήλωση έληγε με υπαίθριο γλέντι, σε ανάμνηση ενός γλεντιού που γινόταν στα παρχάρια μετά την τέλεση του εθίμου "τσ’ ευδίας". Οι διοργανωτές δηλαδή, αναβίωναν έθιμα στο φυσικό τους χώρο.

Σημαντικό είναι το γεγονός πως το παρχάρ’ του Αγίου Δημητρίου τη δεκαετία του ’80 έσφυζε από ζωή καθώς περνούσαν εκεί το καλοκαίρι με τα ζώα τους, παρχαρεύαν δηλαδή, πολλές παρχαρωμάνες. Η ονομασία δε «Το λάλεμα τη παρχαρωμάνας», εμπνευσμένη από ποντιακό δίστιχο, μαρτυρούσε το κάλεσμα που οι παρχαρωμάνες απεύθυναν στους καλεσμένους τους και δεν δημιουργούσε καμία σύγχυση της εκδήλωσης αυτή καθεαυτής με το παρχάρ’. Ο διαχωρισμός της εκδήλωσης και των παρχαριών ήταν σαφής. Ο επισκέπτης μπορούσε να αντιληφθεί ποιά ήταν τα παρχάρια μιας και βρισκόταν εκεί αλλά και να τα διαχωρίσει από την εκδήλωση στην οποία μετείχε.

«Το λάλεμαν τη παρχαρωμάνας» βρήκε μιμητές, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν σταδιακά οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται σε ορεινές θέσεις επικαλούμενες σύνδεση με τα παρχάρια του Πόντου. Ουδέν καλόν αμιγές κακού όμως, καθώς η μίμηση φέρνει συχνά αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σε μια εποχή που η συζήτηση για το τι είναι παραδοσιακό και το τι όχι καλά κρατεί, αναπτύχθηκε μια «νεοποντιακή» πρακτική επικαλούμενη μια παραδοσιακή δομή.

Το γεγονός πως οι σύλλογοι είναι δραστήριοι και επιδιώκουν την προβολή παραδοσιακών πρακτικών όπως αυτή του παρχαρέματος είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό. Ακόμη ευτυχέστερο είναι πως οι εκδηλώσεις αυτού του τύπου είναι δημοφιλείς στους νέους, οι οποίοι διψούν να βιώσουν κάτι από την ποντιακή τους παράδοση. Η απλή χρησιμοποίηση όμως ενός ονόματος δημιουργεί κινδύνους. Εν προκειμένω, επειδή τις περισσότερες φορές τα παρχάρια δεν προβάλλονται επιτυχώς, ενισχύεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί σύγχυση για την πραγματική τους εικόνα.

Προτιμότερο θα ήταν να πραγματοποιούνταν αυτές οι εκδηλώσεις με τον τρόπο που έως τώρα πραγματοποιούνται, φέροντας άλλο όνομα, το οποίο δεν θα συγχέει το παρχάρ’ με αυτό που ο κάθε σύλλογος επιλέγει κάθε φορά να παρουσιάσει. Εναλλακτικά, όπως ακόμη και σήμερα συμβαίνει στα παρχάρια του Πόντου, θα μπορούσαν οι σύλλογοι να οργανώνουν απλώς υπαίθρια πανηγύρια σε ορεινές τοποθεσίες. Η μόνη περίπτωση να είναι σωστή η έκφραση «Σας καλούμε στα παρχάρια μας» είναι να εννοούμε πως σας καλούμε στον οικισμό, όπου παρχαρεύ’νε ή παρχάρευαν κτηνοτροφικές οικογένειες. Το παρχάρ’ είναι τόπος και το παρχάρεμαν είναι μια πρακτική που σχετίζεται με την κτηνοτροφική ζωή. Δεν είναι εκδήλωση, δεν μπορεί να έχει ώρα έναρξης και λήξης. Δεν μπορούμε να καλούμε τους φίλους μας στα «παρχάρια», που γίνονται στις τάδε του Ιούλη. Τα παρχάρια δεν είναι δυνατό να αρχίζουν και να τελειώνουν στο χρόνο, ούτε να διαρκούν μία ημέρα.

Στην εποχή μας οι ποντιακοί σύλλογοι έχουν τις ικανότητες, τη γνώση και την εμπειρία να πραγματοποιούν εκδηλώσεις και να παράγουν σπουδαίο έργο. Η προσφορά τους είναι ανεκτίμητη και η διατήρηση πολλών εθίμων οφείλεται σε αυτούς. Έχουν επωμιστεί το βάρος της διάσωσης της παράδοσης και τις περισσότερες φορές εργάζονται για την επιτυχία του σκοπού αυτού με πενιχρά μέσα. Είναι γνωστό πως ό,τι γίνεται είναι έργο εθελοντών και το γεγονός αυτό και μόνο είναι αξιέπαινο. Πολλές φορές ωστόσο στον αγώνα να οργανωθεί μια δραστηριότητα στους κύκλους ενός συλλόγου θυσιάζεται, για λόγους που δεν θα αναπτύξουμε εδώ, καθώς αποτελούν μια παθογένεια που χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης, η ποιότητα και η συμφωνία με την παράδοση.

Η εμφάνιση και επικράτηση των εκδηλώσεων με την επωνυμία «Παρχάρ’» είναι μόνον ένα παράδειγμα της έκπτωσης που κάνουμε ως Πόντιοι και νεοέλληνες στην παράδοσή μας. Είναι προϊόν της ίδιας ανάγκης που δημιούργησε τα χορογραφημένα και πειθαρχημένα χορευτικά συγκροτήματα και μετέτρεψε το αυθόρμητο μουχαπέτ’ σε οργανωμένη χοροεσπερίδα. Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ παραδοσιακού και μη τις περισσότερες φορές είναι ασαφής, ωστόσο για πολλούς διακριτές. Δεν χρειάζεται βαθιά γνώση και μελέτη παρά μόνον σεβασμός σε αυτό που ονομάζουμε παράδοση, προκειμένου να μην τις παραβαίνουμε.

Το έργο της διάσωσης της παράδοσης, όπως αυτή κληροδοτήθηκε σε εμάς είναι που μας υποχρεώνει να είμαστε προσεκτικοί και κριτικοί απέναντι στις τάσεις και τη μόδα. Ο σεβασμός στην παράδοση, που στις μέρες μας εκλείπει και η επιφανειακή ενασχόλησή μας με αυτή δυστυχώς μας απομακρύνουν από το σκοπό της διάσωσης και μας φέρνουν πιο κοντά στη μετάλλαξη. Ας κάνουμε μόδα τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, αντί να παρασυρόμαστε από αυτό που επιτάσσει μια μόδα που δημιουργήθηκε επιπόλαια και εκ του προχείρου. Η αναζήτηση της παράδοσης ας μας οδηγήσει στα παρχάρια, όπου αυτά υπάρχουν στην Ελλάδα και στον Πόντο και ας μην δημιουργούμε υποκατάστατα αυτών. Δεν αξίζει στη νεολαία να της προσφέρουμε μεταλλαγμένη την παράδοσή μας ή λίγη από αυτή. Πολλώ δε μάλλον δεν αξίζει στην ποντιακή παράδοση να την ερμηνεύουμε και να τη μεταχειριζόμαστε κατά το δοκούν.

Ευτυχώς ακόμη οι εκφράσεις, «το βράδυ διοργανώνουμε μουχαπέτ’» και «την Κυριακή έχουμε τα «Παρχάρια» μας» ξενίζουν και ακούγονται παράξενα στα αυτιά πολλών Ποντίων. Φοβάμαι όμως μήπως σε λίγα χρόνια εξοικειωθούμε τόσο με αυτές όσο και με την τάση που αντικατοπτρίζουν. Φοβάμαι ακόμη, μήπως παγιωθούν και απλοποιηθούν σε τέτοιο βαθμό οι εκδηλώσεις «Παρχάρια», ώστε αν κανείς ρωτήσει ένα παιδάκι «τι είναι παρχάρ’» σου απαντήσει «η εκδήλωση που κάνει ο σύλλογος μου στο βουνό το καλοκαίρι».

Το παρχάρ’ είναι ένα ακόμη ζωντανό κομμάτι της ποντιακής μας παράδοσης και χρέος που βαραίνει όλους είναι η διάσωση και κληροδότησή του στις επόμενες γενεές. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει το μέλλον από την παράδοση ή να στερήσει από τις παραδοσιακές δομές την ταυτότητα τους. Ας επιτρέψουμε στο χρόνο να επιφέρει τις όποιες αλλαγές και ας μην επιδρούμε εμείς καταφέρνοντας αλόγιστα τομές που διακόπτουν την επαφή με τον γνήσιο ποντιακό πολιτισμό.