Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Τα έθιμα του δωδεκαημέρου: αφορμή για μια ενδοσκόπηση στην Ποντιακή κοινωνία

Τα έθιμα του δωδεκαημέρου: αφορμή για μια ενδοσκόπηση στην Ποντιακή κοινωνία
Τα έθιμα του δωδεκαημέρου: αφορμή για μια ενδοσκόπηση στην Ποντιακή κοινωνία

Γράφει ο Θεοδόσης Κυριακίδης
Διδάκτορας Νεότερης Ιστορίας

Στον Πόντο η περίοδος που ξεκινά από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα ονομαζόταν Καλαντόφωτα και συνηθίζονταν να πραγματοποιούνται μια σειρά από έθιμα. Η μελέτη των παραδοσιακών εθίμων για έναν ιστορικό έχουν εξαιρετική σημασία, διότι αποκαλύπτουν πολλές παραμέτρους των κοινωνίων, οι οποίες τα ανέπτυξαν. Σ’ αυτήν την πολύ σύντομη, καθαρά εθιμοτυπική, αναφορά στα έθιμα, αξίζει παράλληλα να σημειωθούν και κάποιες πρωτόλειες σκέψεις.

Καταρχήν πρέπει να σημειώσουμε πως τα έθιμα επιτελούσαν μια λειτουργία στην κοινωνία μέσα στην οποία αναπτύχθηκαν. Γνωρίζοντας κανείς τα έθιμα, τα ήθη και τα τραγούδια ενός λαού, κατανοεί καλύτερα τη λειτουργία της κοινωνίας του, μαθαίνει ουσιαστικά στοιχεία για τον λαό αυτό και τον τρόπο ζωής του. Θα είχε λοιπόν, εξαιρετικό ενδιαφέρον να εξετάσουμε την προέλευση των εθίμων. Να ερευνήσουμε δηλαδή από ποια περιοχή προέρχονται, τον ανατολικό ή δυτικό Πόντο για παράδειγμα, αλλά και να εξετάσουμε αν προέρχονται από αστικές ή αγροτοποιμενικές κοινωνίες, από την αστική Τραπεζούντα ή από την περιοχή της Λαραχανής για παράδειγμα. Οι αγροτικές κοινωνίες είναι προσανατολισμένες σε έναν αγροτικό εποχικό κυκλικό χρόνο σε αντίθεση με τις αστικές, για να αναφερθεί μια μόνο σημαντική διαφορά που επηρεάζει αντίστοιχα τις κοινωνίες και τα έθιμα τους. Αυτό σημειώνεται απλώς ως μια ενδιαφέρουσα πρόταση για μελλοντική συγκριτική έρευνα των εθίμων που αναπτύσσονται στην επαρχία και στα αστικά κέντρα. Είμαι σχεδόν πεπεισμένος ότι οι διαφορές τους αποτυπώνουν και καταδεικνύουν τους διαφορετικούς συμβολισμούς και τις διαφορετικές ανάγκες που αυτά εξυπηρετούσαν.

Είναι πια κοινά παραδεκτό ότι οι κοινωνίες έχουν ανάγκη την ιστορική μνήμη και το παρελθόν, τους προγόνους και τις τελετουργίες των κοινωνιών τους. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να αισθάνεται κανείς ότι έχει ρίζες. Τα έθιμα μιας κοινωνίας αποτελούν σημαντικά στοιχεία αυτού του παρελθόντος και η ποντιακή κοινωνία διασώζει πολλά τέτοια, ιδιαίτερα την περίοδο του δωδεκαημέρου. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα του Πόντου είναι το καλαντίασμα της βρύσης και το Καλαντόνερον. Το καλαντίασμα σήμαινε την τοποθέτηση κοντά στη βρύση λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς διαφόρων φρούτων και ξηρών καρπών λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Εδώ οι συνδηλώσεις της σπουδαιότητας και του κεντρικού ρόλου του νερού στην κοινωνία, με την αντιπροσφορά δώρων, για το δώρο του νερού, είναι προφανείς.  Αυτός που έπαιρνε το νερό, δεν έπρεπε μέχρι να φτάσει στο σπίτι να κοιτάξει πίσω του, ούτε και να μιλήσει σε κανέναν, διότι υπήρχε ο κίνδυνος να ξυπνήσει το πνεύμα που φυλούσε το πηγάδι. Το γεγονός το πηγάδι να προστατεύεται από πνεύματα και μάγισσες είναι κοινό χαρακτηριστικό και άλλων πολιτισμών και συναντάται κυρίως σε προνεωτερικές ή και νεωτερικές αγροτικές κοινωνίες. Από αυτό το καλαντόνερο έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα χωράφια και τα ζώα.

Άλλο χαρακτηριστικό έθιμο στον Πόντο αυτής της περιόδου ήταν η τοποθέτηση ενός μεγάλου κορμού στο τζάκι. Τα Χριστούγεννα ονομαζόταν το Χριστόκουρ’ και το αντίστοιχο της πρωτοχρονιάς ονομαζόταν Καλαντοκούρ. Το κούτσουρο έκαιγε όλο το βράδυ και κρατούσε μακριά από το σπίτι τα δαιμόνια. Αν εκείνα ήθελαν να πλησιάσουν το σπίτι, η φωτιά από το κούτσουρο τα έκαιγε. Αν έσβηνε η φωτιά το θεωρούσαν κακό σημάδι για το σπίτι.

Τα μεσάνυχτα ο αρχηγός κάθε οικογένειας «εκαλαντίζεν τ’ οσπίτ» έπαιρνε δηλαδή ξηρούς καρπούς, κυρίως καρύδια και φουντούκια, και τα έριχνε στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού λέγοντας: «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!  Εδέβεν η κακοχρονία και έρθεν η καλοχρονία» ή «Άµον το ρούζ’νε αούτα τα καλά,  αετσ’ πα να ρούζ’νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και  τα καλοσύνας». Το τραπέζι της πρωτοχρονιάς έμενε στρωμένο για να φάνε οι μάγισσες και να μην πειράξουν το σπίτι.

Ένα άλλο έθιμο, πολύ αγαπητό στον Πόντο και ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ελλάδα ήταν εκείνο των Μωμόγερων. Το δρώμενο των Μωμόγερων που ξεκινούσε την Πρωτοχρονιά και κρατούσε μέχρι την περίοδο της Απόκρεω αναπαριστούσε την αναγέννηση της φύσης και είχε στόχο να σατιρίσει τις αδυναμίες και τα πάθη των ανθρώπων. 

Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους Μωμόγερους εμφανίζονταν και διάφορα κακά πνεύματα, όπως καλικάντζαροι, διαβόλια, μάγισσες κλπ. Πίστευαν ότι με το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης του Χριστού δίνονταν ελευθερία σε όλα τα πνεύματα να χαρούν για το σημαντικό αυτό γεγονός. Τα πνεύματα ενοχλούσαν κυρίως τους αδύναμους, τα παιδιά και τις λεχώνες. Για να προστατευτούν απέφευγαν να κυκλοφορούν τις νύχτες και ιδίως να περνούν κοντά από πηγάδια, ενώ έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές και κυρίως το «Πάτερ ημών». Η ελευθερία αυτή των πνευμάτων διαρκούσε ακριβώς όσο και η περίοδος του δωδεκαημέρου, από τη Γέννηση του Χριστού μέχρι και τα Φώτα, όπου με τον Μεγάλο Αγιασμό, τα πνεύματα περιορίζονταν εκ νέου.

Άλλα έθιμα που είναι κοινά και για τον υπόλοιπο ελληνισμό ήταν τα κάλαντα που έψελναν την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, ενώ τα Θεοφάνεια ράντιζαν τα χωράφια τους με τον μεγάλο αγιασμό. Πίστευαν επίσης πως ότι έκαναν στην αρχή της χρονιάς θα εξακολουθούσε να συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της, γι’ αυτό θεωρούσαν ότι την  Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει ή να είναι λυπημένος, διότι αυτό σήμαινε ότι έτσι θα περνούσε όλη τη χρονιά του.

Ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό έθιμο των Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων. Κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά, όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει, και ένα για εκείνον το ξένο που δεν είχε κανέναν σ’ αυτόν τον κόσμο. Ενώ το τετράστιχο

Τα Φώτα θέλω το κερί μ’
και Των Ψυχών κοκκία
και την Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα!

δήλωνε την βαθιά πεποίθηση των Ποντίων ότι οι κεκοιμημένοι δεν έχουν χαθεί μια δια παντός, αλλά ότι βλέπουν, ακούν, στεναχωριούνται και χαίρονται με τις οικογένειες τους, όπως και όταν ήταν ζωντανοί. Με αφορμή το παραπάνω έθιμο επιθυμώ να σημειώσω μόνο ότι η σχέση των ελλήνων στον Πόντο με τους νεκρούς τους ήταν εξαιρετικά στενή και θα άξιζε μια ιδιαίτερη μελέτη, η οποία θα ερευνούσε όλες τις πτυχές και τις προεκτάσεις αυτής της σχέσης. Για παράδειγμα γνωρίζουμε ότι κατά την εκδημία ενός προσφιλούς προσώπου, όλη οι οικογένεια και οι φίλοι έβγαζαν μια τελευταία φωτογραφία με τον νεκρό πριν την ταφή.

Όλα τα έθιμα που αναφέραμε παραπάνω αλλά και άλλα τόσα που δεν αναφέραμε, συναντούνται με κάποιες παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή.

Αρκετές φορές κατανοούμε την ιστορία με έναν επίπεδο και απόλυτο τρόπο. Η κυριαρχία της πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας δεν άφησε περιθώρια για να αναπτυχθούν οι μελέτες χαρακτηριστικών των κοινωνιών όπως είναι οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις. Υπάρχουν δηλαδή γεγονότα «μη συμβαντολογικά» (PaulVeyne, 1971) που δηλώνουν συμβάντα που δεν έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοια, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο περνούν απαρατήρητα από την ιστοριογραφία ή μελετώνται ελάχιστα και οπωσδήποτε ανεπαρκώς. Αυτά τα «μη συμβαντολογικά» γεγονότα, όπως είναι και τα έθιμα, αξίζει να μελετηθούν για να κατανοήσουμε καλύτερα τη λειτουργία της κοινωνίας στον Πόντο. Εξαιρετικό υλικό για μια τέτοια μελέτη μας παρέχουν τα έθιμα του δωδεκαημέρου.

Κλείνοντας θα άξιζε να θέσουμε κάποια άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα. Γιατί διατηρούμε ή αναβιώνουμε σήμερα αυτά τα έθιμα; Ποιος είναι ο σκοπός; Ποια τα οφέλη ή οι ανάγκες αυτής της αναβίωσης. Γιατί κάποιος σήμερα να αναβιώνει ένα έθιμο που μπορεί καταρχήν να μην καταλαβαίνει τη νοηματοδόση του, τη λειτουργία του και το συμβολισμό του; Αυτά τα ερωτήματα αξίζουν ξεχωριστής ανάλυσης. Αυτό που αρκούμαστε να σημειώσουμε εδώ, είναι ότι σε κάθε εποχή η διανοητική αναπαράσταση του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να χρησιμεύσει για διάφορους σκοπούς που θα θέσει ο ιστορικός, ο λαογράφος ή οποιοσδήποτε αναπαράγει το παρελθόν, ενίοτε και αυθαίρετα. Με άλλα λόγια, τα έθιμα, η ερμηνεία και η χρήση τους συνιστούν αυτό που ο Χόμπσμπαουμ ονόμασε «κοινωνική λειτουργία του παρελθόντος» (1972).