Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Το κάστρο που ξεριζώθηκε - Οι Πόντιοι του Ωραιοκάστρου | Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ Λάμπρο Καζάν

Το κάστρο που ξεριζώθηκε - Οι Πόντιοι του Ωραιοκάστρου | Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ Λάμπρο Καζάν
Το κάστρο που ξεριζώθηκε - Οι Πόντιοι του Ωραιοκάστρου | Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ Λάμπρο Καζάν

Μια ιδιαίτερη προβολή ντοκυμαντέρ πραγματοποιείται σήμερα στο Ωραιόκαστρο, σε παραγωγή της Ένωσης Ποντίων Ωραιοκάστρου & Φίλων και του Φάρου Ποντίων Θεσσαλονίκης, υπό την αιγίδα και με τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού (Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς). Τα κείμενα του ντοκυμαντέρ υπογράφει ο γνωστός συγγραφέας, βραβευμένος με βραβείο Ιπεκτσί Δημήτρης Παπαδόπουλος (Σταυριώτης), ενώ την επιμέλεια έχει η Δρ Λαογραφίας Μυροφόρα Ευσταθιάδου.

Με αφορμή την πρώτη προβολή του ντοκυμαντέρ, βρεθήκαμε με το σκηνοθέτη του, κ. Λάμπρο Καζάν, γνωστό φωτογράφο, με τα έργα του να έχουν μια «κινηματογραφική» αφήγηση χωρίς να γίνονται επιτηδευμένα. Στα πορτρέτα του, υπάρχει ένταση στο βλέμμα και πολύ προσεγμένο φως. Δεν προσπαθεί να «γυαλίσει» τους ανθρώπους. Αφήνει πρόσωπα σκεπτικά, μελαγχολικά, καθώς ενδιαφέρεται περισσότερο για παρουσία και την «ψυχή», παρά για εντύπωση. Καθώς το ανθρώπινο στοιχείο είναι ήδη ο πυρήνας της δουλειάς του, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε πώς διάρθρωσε το συγκεκριμένο ντοκυμαντέρ. Ο Λάμπρος Καζάν δεν είναι ο «εσωτερικός άνθρωπος» των ποντιακών σωματείων, αλλά, ως δημιουργός, πλησιάζει τη μνήμη από απόσταση. Οι άνθρωποι που είναι βαθιά μέσα σε μια κοινότητα κουβαλούν αυθεντικότητα όμως ο εξωτερικός παρατηρητής, αν έχει ευαισθησία, ψάχνει τις ρωγμές τους.

Δεν προέρχεστε από τον στενό πυρήνα των ποντιακών συλλόγων του Ωραιοκάστρου. Αυτό σας έδωσε μεγαλύτερη ελευθερία ή μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στη μνήμη αυτών των ανθρώπων;

Ίσως και τα δύο. Από τη μία, δεν κουβαλούσα τη «συνήθεια» της κοινότητας και μπορούσα να κοιτάξω τα πρόσωπα, τα σπίτια, τις αφηγήσεις, σαν να τα συναντώ για πρώτη φορά. Αυτό δίνει μια ελευθερία στο βλέμμα. Από την άλλη όμως, αυτή η απόσταση δημιουργεί και μεγαλύτερη ευθύνη. Όταν δεν ανήκεις οργανικά σε έναν χώρο, οφείλεις πρώτα να ακούσεις. Να μην πας να επιβάλεις μια εικόνα, αλλά να αφήσεις τους ανθρώπους να σου αποκαλύψουν μόνοι τους τι σημαίνει γι’ αυτούς η μνήμη, η απώλεια, η συνέχεια.

Οι Πόντιοι του Ωραιοκάστρου δεν κουβαλούν μόνο μια ιστορία ξεριζωμού. Κουβαλούν τον τρόπο του να επιμένεις να “υπάρχεις”. Αυτό με ενδιέφερε περισσότερο. Όχι να κάνω ένα «μουσειακό» ντοκυμαντέρ για το παρελθόν, αλλά να κινηματογραφήσω τα ίχνη που άφησε το παρελθόν πάνω στους ανθρώπους του σήμερα. Το βλέμμα τους, οι σιωπές τους, ο τρόπος που θυμούνται.

Νομίζω πως όταν πλησιάζεις μια τέτοια μνήμη με σεβασμό, δεν έχει τόση σημασία αν είσαι «μέσα» ή «έξω» από την κοινότητα. Σημασία έχει αν μπορείς να σταθείς απέναντι στον άλλον με ειλικρίνεια.

Ως φωτογράφος, έχετε μάθει να «διαβάζετε» πρόσωπα και σιωπές. Υπήρξε κάποια μαρτυρία στα γυρίσματα που σας λύγισε χωρίς να ειπωθούν πολλά λόγια; Υπήρχε κάποιο αρχειακό υλικό ή φωτογραφία που λειτούργησε σαν αφετηρία για όλο το φιλμ;

Υπήρξαν πολλές στιγμές όπου η σιωπή έλεγε περισσότερα από τις λέξεις. Στο ντοκυμαντέρ, πολλές φορές η πιο δυνατή «μαρτυρία» δεν είναι αυτό που αφηγείται κάποιος, αλλά η παύση πριν συνεχίσει. Ένα βλέμμα που χάνεται για λίγα δευτερόλεπτα, ένα χέρι που σφίγγει μια παλιά φωτογραφία, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να θυμηθεί χωρίς να διαλυθεί από αυτό που θυμάται. Αυτές οι στιγμές δύσκολα καταγράφονται με λόγια, αλλά αποτυπώνονται στην εικόνα.

Θυμάμαι ιδιαίτερα ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που, ενώ ξεκινούσαν να μιλούν «ιστορικά», κάποια στιγμή περνούσαν άθελά τους στο προσωπικό. Εκεί άλλαζε τα πάντα. Δεν είχα απέναντί μου κάποιον που αφηγείται ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά είχα ένανάνθρωπο που κουβαλά ακόμη μέσα του μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά.

Υπήρξαν επίσης φωτογραφίες που λειτούργησαν σχεδόν σαν πύλες. Παλιές οικογενειακές εικόνες, συχνά φθαρμένες, με πρόσωπα που κοιτούν τον φακό χωρίς να ξέρουν ότι λίγα χρόνια μετά ο κόσμος τους θα χαθεί. Εκεί καταλαβαίνεις κάτι πολύ δυνατό για τη φωτογραφία και γενικά για το ντοκυμαντέρ: δεν καταγράφουν απλώς ανθρώπους, αλλά τους χαρίζουν μια μορφή “συνέχειας” απέναντι στον χρόνο. Ένα είδος αθανασίας.

Ίσως αυτό να ήταν και η βαθύτερη αφετηρία όλου του φιλμ. Η ανάγκη να σωθεί όχι μόνο η πληροφορία της ιστορίας, αλλά η ανθρώπινη παρουσία πριν χαθεί μέσα στη λήθη.

Πώς κινηματογραφείται η «μνήμη» χωρίς να γίνει μουσειακή αναπαράσταση; Τι σας αποκαλύφθηκε για την έννοια της «ρίζας» μέσα από αυτή τη δουλειά;

Νομίζω πως η μνήμη χάνει τη δύναμή της όταν προσπαθείς να την παρουσιάσεις σαν κάτι ακίνητο, σαν έκθεμα πίσω από γυαλί. Η μνήμη δεν είναι μουσείο, αλλά είναι κάτι ζωντανό, εύθραυστο, που αλλάζει καθώς περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Γι’ αυτό προσπάθησα να μη στηριχθώ μόνο σε ιστορικά στοιχεία ή αναπαραστάσεις, αλλά κυρίως στην ανθρώπινη παρουσία. Με ενδιέφερε περισσότερο η αίσθηση του τι αφήνει πίσω της η μνήμη πάνω στους ανθρώπους, παρά η «αναπαράσταση» της ίδιας της ιστορίας. Ένα σπίτι, ένα τραγούδι, μια προφορά, μια φωτογραφία. Εκεί πολλές φορές επιβιώνει η ιστορία πιο αληθινά από ό,τι σε μια δραματοποιημένη εικόνα.

Μέσα από αυτή τη δουλειά κατάλαβα και κάτι βαθύτερο για την έννοια της ρίζας. Οι περισσότεροι θεωρούμε τη ρίζα κάτι δεμένο με έναν τόπο. Όμως στους ανθρώπους του Πόντου είδα ότι η ρίζα μπορεί να επιβιώσει ακόμη κι όταν χαθεί η γη. Μεταφέρεται στη γλώσσα, στη μνήμη, στις συνήθειες, στον τρόπο που κοιτάζουν τον κόσμο. Είναι σαν μια αόρατη συνέχεια που περνά από γενιά σε γενιά. Ξεριζωμός αλλά και “σπόρος” και “μεταφύτευση”.

Ίσως τελικά ρίζα να μην είναι μόνο το μέρος από όπου έρχεσαι, αλλά αυτό που αρνείται να σβήσει μέσα σου, ακόμη κι όταν όλα γύρω έχουν αλλάξει.

Ο σκηνοθέτης Λάμπρος Καζάν

Ως cinematographer, ποιο ήταν το μεγαλύτερο τεχνικό στοίχημα αυτής της παραγωγής; Οι συνεντεύξεις, το μοντάζ του αρχειακού υλικού ή η ατμόσφαιρα των χώρων; Υπήρξαν στιγμές όπου οι αφηγήσεις των ανθρώπων άλλαξαν τελείως το αρχικό σας πλάνο;

Το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην κινηματογραφική αισθητική και στην αλήθεια των ανθρώπων. Όταν δουλεύεις πάνω σε μια τόσο φορτισμένη μνήμη, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος είτε να κάνεις κάτι υπερβολικά «ωραίο» και να χαθεί η ουσία, είτε να μείνεις τόσο αυστηρά καταγραφικός που να χαθεί το συναίσθημα. Για μένα, το ζητούμενο ήταν η εικόνα να υπηρετεί τη μνήμη και όχι να την επισκιάζει.

Οι συνεντεύξεις είχαν ίσως τη μεγαλύτερη δυσκολία, γιατί εκεί δεν μπορείς να λειτουργήσεις μόνο τεχνικά. Πρέπει να δημιουργηθεί εμπιστοσύνη και ένας χώρος ηρεμίας, ώστε ο άλλος να ξεχάσει κάπως την κάμερα. Αυτό το κομμάτι εδώ το ανέλαβε η κα Μυροφόρα Ευσταθιάδου, με μεγάλη επιτυχία, λόγω της απέραντης εμπειρίας που έχει στις συνεντεύξεις, αλλά και της βαθειάς γνώσης της ψυχής των ανθρώπων.

Πολλές φορές το πιο σημαντικό δεν ήταν τι φακό χρησιμοποιούσαμε ή πώς φωτίζαμε, αλλά το να αφήσουμε χρόνο στη σιωπή. Να μην πιέσουμε μια αφήγηση να γίνει «δραματική». Το αρχειακό υλικό ήταν επίσης μια μεγάλη πρόκληση. Δεν ήθελα να χρησιμοποιηθεί σαν απλή εικονογράφηση της ιστορίας. Προσπαθήσαμε να το εντάξουμε οργανικά μέσα στη ροή του φιλμ, σαν να επιστρέφει για λίγο ένα κομμάτι χαμένου χρόνου μέσα στο παρόν. Εκεί το μοντάζ παίζει τεράστιο ρόλο· είναι σχεδόν σαν διάλογος ανάμεσα στους ζωντανούς ανθρώπους και στις σκιές εκείνων που έφυγαν.

Και ναι, υπήρξαν πολλές στιγμές όπου οι ίδιοι οι άνθρωποι άλλαξαν εντελώς το αρχικό πλάνο. Αυτό είναι ίσως και το πιο όμορφο στο ντοκιμαντέρ. Ξεκινάς πιστεύοντας ότι θα αφηγηθείς μια συγκεκριμένη ιστορία, αλλά στην πορεία καταλαβαίνεις ότι το φιλμ έχει τη δική του βούληση.

Κάποιες αφηγήσεις άνοιξαν δρόμους που δεν είχαμε φανταστεί στην αρχή, και έπρεπε να ακολουθήσουμε αυτό που γεννιόταν μπροστά στην κάμερα, ακόμη κι αν μας απομάκρυνε από τον αρχικό σχεδιασμό.

Τι θέλετε να νιώσει ένας νέος άνθρωπος που δεν έχει καμία σχέση με τον Πόντο βλέποντας αυτό το ντοκυμαντέρ;

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να νιώσει ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο τους Ποντίους. Αφορά κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς και συχνά ξεχνά πολύ εύκολα. Ο ξεριζωμός, η απώλεια, η ανάγκη να ανήκεις κάπου, να θυμάσαι και να σε θυμούνται, είναι βαθιά ανθρώπινα πράγματα και δεν έχουν σύνορα.

Ειδικά για έναν νέο άνθρωπο, θα ήθελα το ντοκιμαντέρ να λειτουργήσει όχι σαν μάθημα ιστορίας, αλλά σαν μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε παράδοση υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι, ζωές, τραύματα, αγώνες και μια τεράστια ανάγκη συνέχειας. Συχνά οι νεότερες γενιές βλέπουν την παράδοση σαν κάτι μακρινό ή «παλιό». Όμως όταν ακούσεις έναν άνθρωπο να μιλά για τον τόπο που χάθηκε, για μια γλώσσα που κινδύνεψε να σβήσει, ή για τους προγόνους που προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από το μηδέν, τότε καταλαβαίνεις ότι η παράδοση δεν είναι διακόσμηση. Είναι επιβίωση.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό που μπορεί να πάρει ένας νέος άνθρωπος από την ταινία: ότι χωρίς μνήμη, ο άνθρωπος χάνει σιγά σιγά και την αίσθηση του ποιος είναι. Όχι για να μείνει εγκλωβισμένος στο παρελθόν, αλλά για να μπορεί να προχωρά στο μέλλον χωρίς να κόβει τις ρίζες του.

Πιστεύετε ότι η κάμερα μπορεί πραγματικά να διασώσει τη μνήμη ή απλώς να καθυστερήσει τη λήθη;

Νομίζω πως η κάμερα δεν μπορεί να νικήσει ολοκληρωτικά τη λήθη. Ο χρόνος πάντα θα παίρνει κάτι μαζί του. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι τόποι αλλάζουν, ακόμη και οι ίδιες οι μνήμες μεταμορφώνονται όσο περνούν από γενιά σε γενιά. Ίσως όμως η δύναμη της κάμερας να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ανθρώπινη προσπάθεια να αντισταθεί, έστω και για λίγο, απέναντι στη φθορά του χρόνου.

Ένα ντοκιμαντέρ δεν διασώζει μόνο πληροφορίες ή ιστορικά γεγονότα. Διασώζει βλέμματα, μουσικές, φωνές, παύσεις, τον τρόπο που κάποιος προφέρει μια λέξη ή θυμάται έναν άνθρωπο που χάθηκε. Αυτά είναι πράγματα που δύσκολα χωρούν σε βιβλία ή αρχεία. Η εικόνα και ο ήχος έχουν κάτι σχεδόν βιωματικό. Δημιουργούν την αίσθηση ότι για μια στιγμή ο χρόνος επιστρέφει.

Οπότε ίσως η κάμερα να μην «σώζει» οριστικά τη μνήμη. Αλλά της δίνει χρόνο. Και πολλές φορές αυτός ο χρόνος αρκεί για να περάσει κάτι πολύτιμο στους επόμενους ανθρώπους.

Το κάστρο που ξεριζώθηκε - Οι Πόντιοι του Ωραιοκάστρου | Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ Λάμπρο Καζάν

Στα πορτρέτα σας υπάρχει πάντα μια αίσθηση σιωπής, σχεδόν κινηματογραφικής. Νιώθετε ότι πρώτα ακούτε έναν άνθρωπο και μετά τον φωτογραφίζετε; Στο ντοκυμαντέρ για τους Πόντιους του Ωραιοκάστρου μοιάζει σαν να δουλεύετε με τον ίδιο τρόπο: παρατηρώντας βλέμματα, παύσεις, μικρές κινήσεις. Τελικά ένα καλό ντοκυμαντέρ είναι μια σειρά από ανθρώπινα πορτρέτα;

Ναι, πιστεύω πως πριν φωτογραφίσεις πραγματικά έναν άνθρωπο, πρέπει πρώτα να τον ακούσεις. Όχι μόνο με την κυριολεκτική έννοια των λέξεων, αλλά και με την παρουσία του. Ο τρόπος που στέκεται, που σωπαίνει, που αποφεύγει ή αντέχει το βλέμμα της κάμερας, πολλές φορές λέει περισσότερα από μια ολόκληρη αφήγηση. Η εικόνα για μένα δεν ξεκινά από την τεχνική ξεκινά από τη σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή.

Ίσως γι’ αυτό και στα πορτρέτα με ενδιαφέρει περισσότερο η αλήθεια ενός προσώπου παρά η «τελειότητα» της εικόνας. Το έχω δηλώσει και στο παρελθόν, πως αν κάποια μέρα τυφλωνόμουν, θα συνέχιζα κανονικά να κάνω πορτραίτα. Ο φωτισμός είναι κάτι που μαθαίνεται, γίνεται δεύτερη φύση για κάποιον που φωτογραφίζει σε στούντιο δύο δεκαετίες.

Το να βλέπεις τις ψυχές των ανθρώπων όμως δεν μαθαίνεται. Οι άνθρωποι έχουν μέσα τους ρωγμές, σκιές, μνήμες, και εκεί συχνά κρύβεται κάτι βαθύτερο από μια απλώς άψογη τεχνικά φωτογραφία.

Στο ντοκυμαντέρ δούλεψα πράγματι με παρόμοιο τρόπο. Προσπαθήσαμε να αφήσουμε χώρο στα βλέμματα, στις παύσεις, στις μικρές κινήσεις που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Γιατί πολλές φορές εκεί εμφανίζεται η πραγματική μνήμη, όχι μόνο σε αυτά που λέγονται, αλλά σε αυτά που δυσκολεύονται να ειπωθούν.

Και ναι, νομίζω πως προσωπικά για μένα, ένα καλό ντοκυμαντέρ είναι τελικά μια σειρά από ανθρώπινα πορτρέτα. Ακόμη κι όταν μιλά για ιστορία, πολιτική ή συλλογική μνήμη, στο τέλος επιστρέφει πάντα στον άνθρωπο. Στο πρόσωπο που κουβαλά όλη αυτή την ιστορία μέσα του.

Αν ο θεατής μπορέσει να δει πραγματικά έναν άνθρωπο στην οθόνη, όχι σαν «χαρακτήρα», αλλά σαν παρουσία, τότε το ντοκιμαντέρ έχει ήδη πετύχει κάτι ουσιαστικό.

Όταν φωτογραφίζετε ή κινηματογραφείτε ανθρώπους που κουβαλούν τραύμα και προσφυγική μνήμη, πού σταματά η τέχνη και πού αρχίζει η ευθύνη;

Νομίζω πως σε τέτοιες περιπτώσεις η ευθύνη πρέπει να προηγείται της τέχνης. Όταν έχεις απέναντί σου ανθρώπους που κουβαλούν τραύμα, απώλεια ή μνήμη ξεριζωμού, δεν μπορείς να τους αντιμετωπίσεις απλώς σαν «δυνατές εικόνες» ή κινηματογραφικό υλικό. Υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να φωτίσεις ανθρώπινα βιώματα και στο να τα εκμεταλλευτείς αισθητικά.

Για μένα, το βασικό ερώτημα είναι πάντα αν η κάμερα σέβεται τον άνθρωπο που έχει απέναντί της. Αν του αφήνει αξιοπρέπεια. Αν τον ακούει πραγματικά ή αν απλώς ψάχνει μια συγκινητική στιγμή για να εντυπωσιάσει τον θεατή. Η εικόνα μπορεί εύκολα να γίνει βίαιη όταν πιέζει κάποιον να αποκαλύψει περισσότερο πόνο απ’ όσο αντέχει ή επιθυμεί.

Πιστεύω επίσης ότι ο δημιουργός οφείλει να καταλαβαίνει πως αυτές οι μνήμες δεν του «ανήκουν». Για κάποιους ανθρώπους, μια αφήγηση δεν είναι ιστορικό υλικό, αλλά οικογενειακή πληγή που παραμένει ανοιχτή δεκαετίες μετά. Εκεί χρειάζεται μεγάλη προσοχή, υπομονή και κυρίως σιωπή. Να ξέρεις πότε να κατεβάσεις την κάμερα ή πότε να αφήσεις έναν άνθρωπο να μη μιλήσει.

Και ίσως τελικά εκεί συναντιούνται η τέχνη και η ευθύνη. Στην προσπάθεια να δημιουργήσεις κάτι αληθινό χωρίς να προδώσεις την ανθρώπινη ευαισθησία εκείνων που σου εμπιστεύτηκαν τη μνήμη τους.


Πόσο σημαντικοί ήταν οι συνεργάτες σας, οι άνθρωποι των συλλόγων και οι μαρτυρίες των κατοίκων ώστε η ταινία να αποκτήσει αλήθεια και ψυχή; Ποιοι ήταν εκείνοι που νιώθετε ότι κράτησαν πραγματικά αναμμένη τη φλόγα αυτού του ντοκυμαντέρ;

Το φιλμ είναι από τη φύση του μια συλλογική δουλειά. Καμία τέτοια ταινία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά από έναν μόνο άνθρωπο, όσο προσωπικό κι αν είναι το βλέμμα του δημιουργού. Είναι λίγο σαν ένα καράβι, όπου ο καθένας έχει το δικό του πόστο και όλοι μαζί προσπαθούν να κρατήσουν την πορεία ζωντανή. Αν λείψει η εμπιστοσύνη ή η αφοσίωση των ανθρώπων γύρω σου, το ταξίδι απλώς δεν γίνεται.

Σε αυτή την παραγωγή, οι άνθρωποι των συλλόγων δεν λειτούργησαν απλώς οργανωτικά. Ήταν οι φορείς της ίδιας της μνήμης. Άνοιξαν σπίτια, αρχεία, προσωπικές ιστορίες, αλλά κυρίως άνοιξαν έναν χώρο εμπιστοσύνης. Και αυτό είναι ανεκτίμητο για ένα ντοκιμαντέρ. Γιατί η αλήθεια δεν εμφανίζεται μπροστά στην κάμερα μόνο με τεχνικά μέσα. Εμφανίζεται όταν ο άλλος αισθανθεί ότι η μνήμη του αντιμετωπίζεται με σεβασμό.

Πιο σημαντική ήταν η συμβολή ανθρώπων που κουβαλούν βαθιά γνώση και σχέση με αυτή τη μνήμη, ο Δημήτρης Παπαδόπουλος (Σταυριώτης) με την απίστευτη πένα του, και η Δρ Μυροφόρα Ευσταθιάδου στην επιστημονική επιμέλεια. Αυτοί οι δύο βοήθησαν ώστε το ντοκιμαντέρ να μη μείνει μόνο στην εικόνα, αλλά να αποκτήσει ιστορικό βάθος και ανθρώπινη αλήθεια. Ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στην πρόεδρο της ΕΠΩΦ Χρυσούλα Κουρουκερέζη, καθώς και στην Σοφία Πετροπούλου που ήταν και οι δυο τους καθημερινά εκεί δίπλα μας, να λύνουν όλα τα προβλήματα που προέκυπταν.

Αλλά αν έπρεπε να πω ποιοι κράτησαν πραγματικά αναμμένη τη φλόγα αυτού του ντοκιμαντέρ, θα έλεγα οι ίδιοι οι άνθρωποι που μίλησαν μπροστά στην κάμερα. Γιατί κάθε φορά που κάποιος αποφασίζει να μοιραστεί μια μνήμη, ουσιαστικά εμπιστεύεται ένα κομμάτι της ζωής του στο μέλλον. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη και το μεγαλύτερο δώρο για έναν δημιουργό.

Μετά από ένα τόσο φορτισμένο ντοκυμαντέρ πάνω στη μνήμη, την προσφυγιά και την ταυτότητα, αισθάνεστε ότι αυτό το ταξίδι ολοκληρώθηκε ή ότι άνοιξε μέσα σας νέες ιστορίες που θέλετε να αφηγηθείτε κινηματογραφικά; Θα θέλατε στο μέλλον να συνεχίσετε στον δρόμο του ιστορικού και ανθρωποκεντρικού ντοκυμαντέρ; Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Νομίζω πως τέτοια ταξίδια δεν ολοκληρώνονται ποτέ πραγματικά. Ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να τελειώσει ως έργο, αλλά οι άνθρωποι, οι μνήμες και τα ερωτήματα που συνάντησες συνεχίζουν να μένουν μέσα σου για πολύ καιρό. Αυτή η δουλειά άνοιξε μπροστά μου έναν πολύ βαθύτερο κόσμο γύρω από τη μνήμη, την ταυτότητα και τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο.

Με ενδιαφέρει πολύ το ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ, γιατί πιστεύω ότι μέσα από έναν άνθρωπο μπορείς τελικά να μιλήσεις για κάτι πολύ μεγαλύτερο: για μια εποχή, έναν πολιτισμό, μια συλλογική αγωνία ή ακόμη και για την ίδια την ανθρώπινη ανάγκη να αφήσει ίχνος πίσω της. Ειδικά σε μια εποχή όπου όλα καταναλώνονται γρήγορα και ξεχνιούνται ακόμη πιο γρήγορα, αισθάνομαι ότι το ντοκιμαντέρ έχει μια ιδιαίτερη αποστολή: να σταματά για λίγο τον χρόνο και να δίνει χώρο σε φωνές που διαφορετικά ίσως χάνονταν.

Οπότε ναι, θα ήθελα να συνεχίσω σε αυτόν τον δρόμο. Με ενδιαφέρουν ιστορίες που συνδέονται με τη μνήμη, την παράδοση, τον ξεριζωμό, με ανθρώπους που κουβαλούν μέσα τους έναν ολόκληρο κόσμο που σιγά σιγά χάνεται. Αλλά και ιστορίες που αφορούν τον πολιτισμό μας γενικότερα, και ειδικότερα την Μουσική που τόσο πολύ αγαπώ.

Παράλληλα, με ενδιαφέρει πολύ και η κινηματογραφική γλώσσα της εικόνας. Το πώς μπορείς να αφηγηθείς κάτι βαθιά ανθρώπινο όχι μόνο μέσα από λόγια, αλλά μέσα από φως, πρόσωπα, σιωπές και ατμόσφαιρα. Νομίζω πως εκεί βρίσκεται η δύναμη του σινεμά και του ντοκιμαντέρ: στο να κάνει τον θεατή να αισθανθεί ότι για λίγα λεπτά βρέθηκε πραγματικά μέσα στη ζωή κάποιου άλλου.